Λέει ένα ταμπελάκι που βλέπω συχνά: «Κανενός είδους σχέση, είτε φιλική, είτε ερωτική δεν μπορεί να ανθίσει αν δεν υπάρχει εμπιστοσύνη».
Κι όταν το βλέπω αναρτημένο, από τη μία λέω, «να, κάτι πάει να αλλάξει σε τούτο τον κόσμο, αφού όλοι αυτό το πιστεύουνε» και μετά πάλι κάτι στραβώνει, αφού οι ίδιοι που το αναρτούν ή του κάνουν like, κάνουν ό,τι μπορούν για να μην το εφαρμόζουν.
Στις σύγχρονες κοινωνίες, χωρίς να μπορώ να αναζητήσω την απαρχή αυτής της ξαφνικής μόδας, οι άνθρωποι μπλέκουμε σε καταστάσεις που λίγο ή πολύ μοιάζουν ή αποδεικνύονται τελικά ανάξιές μας.
Τις βαφτίζουμε«ελεύθερες» σχέσεις και τελικά μοιάζουν οι πιο εγκλωβισμένες.
Δεν ξέρω καλά να περιγράψω τα χαρακτηριστικά τους. Ξεκινούν από έναν άντρα ή μία γυναίκα που λέει ότι «θέλω να είμαι μαζί σου, αλλά όχι αποκλειστικά» και μία γυναίκα ή έναν άνδρα που, συμφωνεί να παίξει μ’ αυτόν τον κανόνα. Γιατί; Άλλοτε από ανασφάλεια, άλλοτε από απελπισμένο έρωτα, άλλοτε επειδή «έλα μωρέ, τι έχουμε να χάσουμε;» κι άλλοτε από τη λανθασμένη πεποίθηση του «καλά, εσύ λέγε ό,τι θέλεις, όταν θα είμαστε μαζί, θα σε κάνω εγώ να αλλάξεις γνώμη και να πεις το Δεσπότη, Παναγιώτη».
Δεν θα εξετάσω καθόλου το πώς κυλάει η ιστορία, απ’ τη στιγμή που θα μπεις σ’ αυτού του είδους την κατάσταση (την οποία έχεις αποδεχτεί, γιατί ο άλλος υπήρξε «ειλικρινής»μαζί σου).
Θα σταθώ μόνο σε μία διάσταση που, δεν ξέρω μωρέ, αλλά εμένα μου μοιάζει ότι περιλαμβάνει όλο το σφάλμα της ελεύθερης πρακτικής: Το ζήτημα της εμπιστοσύνης.
Δηλαδή –και διορθώστε με αν κάνω λάθος- ξεκινάς με το δεδομένο ότι ο άλλος σίγουρα δεν είναι εκεί μόνο για σένα. Αυτό είναι μια μορφής εμπιστοσύνης, λιγάκι αντεστραμμένη. Δηλαδή, μπορείς να είσαι απολύτως σίγουρος/η ότι αυτό δεν το έχεις δικό σου (κι όχι πάντα με την έννοια της κτήσης).
Τι γίνεται τώρα επί του πρακτέου:
Αν είσαι απ’ αυτούς που ουδόλως ενδιαφέρονται για τούτο, όλα καλά.
Αν είσαι απ’ αυτούς όμως που μπήκαν σ’ αυτή τη διαδικασία για οποιονδήποτε άλλο λόγο ΕΚΤΟΣ από την αυτή ιδεολογία, τότε κάθε φορά που θα συμβαίνει κάτι, το μυαλό σου θα πηγαίνει στην χειρότερη εκδοχή, ακόμα κι όταν αυτή δεν θα συμβαίνει. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να αντιδράς σπασμωδικά, στην προσπάθειά σου να αποδείξεις ότι είσαι άνετος/η και ή που θα καταπίνεις κάθε φορά την κατάσταση αποκτώντας στο τέλος μία ωραιότατη και ζηλευτή νεύρωση στομάχου ή που θα κάνεις μικρές (αριστοτεχνικά δουλεμένες) σκηνές ζήλειας, που θα σε κάνουν μεν να γλιτώσεις τη νεύρωση (αν και όχι αποτελεσματικά), αλλά θα έχεις χάσει τη μάχη των εντυπώσεων (αν υποτεθεί ότι έπρεπε να δώσεις μία).
Στο μεταξύ, δεν γλιτώνει ούτε ο άλλος απ’ αυτή την κατάσταση, αφού η αρχική του θέση ότι «εγώ το λέω για να είμαι εντάξει και άρα, αμαρτία ούκ έχω», γυρίζει μπούμερανγκ σ’ αυτόν, ο οποίος υφίσταται τη γκρίνια ή –το χειρότερο- τις σιωπές και τα μούτρα (που μόνο καλό δεν προμηνύουν).
Θέλω να πω ότι τελικά, η αντεστραμμένη εμπιστοσύνη μόνο ηρεμία δεν προσφέρει σε κανένα από τα δύο μέλη αυτής της «συμφωνίας». Ωστόσο, το μόνο δεδομένο σ’ αυτήν είναι ότι δεν διαρρηγνύεται ποτέ, αφού ξεκινάς και τελειώνεις με τη σιγουριά της ως υπαρκτή…
Αν υποθέσουμε τώρα ότι η σχέση αυτή δεν βαφτιζόταν «ελεύθερη», αλλά «κλασική». Εκεί, όλα θα είχαν ξεκινήσει μ' αυτό που οι περισσότεροι άνθρωποι ορίζουν ως "κανονικά": Ένας άντρας, μια γυναίκα και «πάμε μαζί σ’ αυτό το ανηφόρι που λένε ζωή». Εδώ οι δύο άνθρωποι που ξεκινάνε μαζί, προσπαθούν να «χτίσουν εμπιστοσύνη» και ενδεχομένως κάποια στιγμή το καταφέρνουν.
Τότε, σε κάθε τιπου θα «έσκαγε», όπως μία ξαφνική αργοπορία, ένα τηλέφωνο ή ένα μήνυμα μέσα στη νύχτα, ένα βλέμμα περίεργο, μία κουβέντα λίγο περισσότερο απ’ το κανονικό «φιλική», θα υπήρχαν τουλάχιστον δύο εξηγήσεις: Η καλή και η χειρότερη. Οπότε, στη μία περίπτωση –την καλή- θα δεχόσουν την εξήγηση του άλλου και θα πήγαινες παρακάτω, βασιζόμενος στην καλή πίστη, στην άλλη –τη χειρότερη- θα γινόταν η μάχη του Δράμαλη και μάλλον δεν θα πηγαίνατε μαζί παρακάτω ή θα πηγαίνατε, αλλά κάπου, ο ιστός της εμπιστοσύνης θα είχε διαρρηχθεί. Κι άντε να τον ξαναφτιάξεις.
Δεν ξέρω αν οι πρώτες σχέσεις εξασφαλίζουν μεγαλύτερο ποσοστό «ελευθερίας» στα μέλη τους, γι’αυτό καλούνται και έτσι και οι δεύτερες καθόλου ποσοστό και γι’ αυτό καλούνται «δεσμός».
Ξέρω όμως να πω ότι η ελευθερία είναι κάτι που προϋποθέτει σεβασμό, στον οποίο μάλλον χάνεις πόντους όταν ξεκινάς με δηλώσεις που δεν μοιάζουν ιδιαιτέρως σοβαρές ή ακούγονται εξόχως "τραβηγμένες".
Απ’ την άλλη, ο δεσμός προϋποθέτει μεν το «δέσιμο» των ανθρώπων, αλλά δεν είναι απαραίτητο να εξελιχθεί σε «δεσμά», εξαρτώμενος πάντα φυσικά απ’ τα άτομα που εμπεριέχει.
Σε κάθε περίπτωση, αυτό που αναπτύσσεται ανάμεσα στους ανθρώπους είναι «σχέση» και αυτή έχει τη δυνατότητα να εξελίσσεται μέσα στο χρόνο (θετικά ή αρνητικά) και το κυριώτερο; Ακόμα και άθελά μας.
Με λίγα ή πολλά λόγια, αναρωτιέμαι λοιπόν αν υπάρχει λόγος να βάζουμε ταμπέλες και στεγανά απ’την αρχή σ’ αυτό το κάτι που δεν ξέρουμε ποτέ αν θα «πάει» ή όχι.
Οι σχέσεις δεν είναι ακίνητα εκτός σχεδίου που πρέπει να τα δηλώσεις για να τα σώσεις, γιατί δεν τα σώζεις ούτως ή άλλως. Επίσης, κανένας άνθρωπος δεν πληγώνεται λιγότερο τη στιγμή που θα του συμβεί το χειρότερο, μόνο και μόνο επειδή του είχανε βάλει ταμπέλα προειδοποιητική. Όπως επίσης, τίποτα δεν μπορεί να βεβαιώσει ότι αυτός που έκανε την αρχική προειδοποίηση, δεν θα πιαστεί τελικά στην ίδια του τη φάκα.
Από όσα ακούω γύρω μου κι από προσωπική εμπειρία, έχω καταλήξει ότι οι άνθρωποι είμαστε εξαιρετικά ανασφαλείς. Όλοι. Αναζητούμε λοιπόν να εισπράξουμε ασφάλεια μέσα από τη συνύπαρξή μας με έναν άλλον άνθρωπο κι όλο αυτό το «κουκούλι» το ονομάζουμε«συντροφικότητα» και το εμπλουτίζουμε με κοινές παραστάσεις, συναίσθημα, πάθος, χωρίς να μπορούμε να του αφαιρέσουμε τα στοιχεία που του προσδίδει η καθημερινότητα, θέλοντας και μη: γκρίνια, ανησυχία, φοβίες, κακή αντιμετώπιση των καταστάσεων.
Δεν είναι κακό να αναζητούμε ασφάλεια: η σχέση μας είναι εκείνη που θα γίνει το λιμάνι μας, όταν έξω η ζωή μας έχει φουρτούνα. Κι ας έχει τα στραβά της ή τα ανάποδά της, είναι κάτι που θα μας κάνει το βράδυ να θέλουμε να γυρίσουμε σπίτι μας ή να ακούσουμε μία φωνή απ’ το τηλέφωνο ή να κοιμηθούμε σε μία ζεστή αγκαλιά.
Το κακό είναι να την αναζητούμε με λάθος τρόπο. Χρησιμοποιώντας τον εγωϊσμό, την περηφάνια ή και την άνεση και χάνοντας εντελώς την επαφή με το συναίσθημά μας.
Και καλά, αν η σχέση είναι μόνο «κλινική», ας πούμε ότι όλα αυτά δεν παίζουν ιδιαίτερο ρόλο. Πας, περνάς καλά –ή όχι- και μετά, ντύνεσαι και φεύγεις. Κι αύριο πάλι, κάτι άλλο.
Αν όμως όλα αυτά περνάνε και λίγο πάνω απ’ το λαιμό και πάνε στο κεφάλι μας, αν δεν είναι απλά επιδερμικά, αλλά περάσουν και στο αίμα μας, προκαλώντας θρομβώσεις και ανακοπές, τότε τι γίνεται; Θα λειτουργήσει η αρχική δήλωση ως «αντιπηκτικό»;
Αν ακούγομαι«αρνητική» ως προς τις ελεύθερες σχέσεις, μπορεί και να είμαι, το ομολογώ. Ίσως γιατί πιστεύω ότι η εμπιστοσύνη είναι όντως αναγκαία για να μπορούν οι άνθρωποι να λειτουργήσουν μέσα σε κάθε μορφή σχέσης, γιατί είναι συνώνυμη της «ησυχίας».
Ένας ήσυχος ως προς την προσωπική του ζωή άνθρωπος, μπορεί να είναι πολύ πιο δημιουργικός στα υπόλοιπα, πολύ πιο παραγωγικός, σε σχέση με έναν άνθρωπο που περνάει τον καιρό του ψάχνοντας εναγωνίως τα σημάδια που θα τον οδηγήσουν σε κάτι που ίσως ήξερε απ’ την αρχή, απλά θέλει να το δει και να το ακούσει με τα ίδια του τα μάτια και τα αυτιά, προκειμένου να πειστεί. Ξέρετε, αυτό το "δεν είναι αυτό που νομίζεις, αλλά αυτό συν κάτι ακόμα, που δεν είχες πάρει χαμπάρι". Γιατί σε κάτι τέτοια, όλοι άπιστοι Θωμάδες γινόμαστε και μάλιστα εκουσίως!
Δεν ξέρω ποια είναι η αλήθεια τελικά. Για τον καθένα είναι η δική του και αυτό κατά περίπτωση πάλι, γιατί ο ίδιος ο άνθρωπος λειτουργεί διαφορετικά με κάθε άλλο άνθρωπο που γνωρίζει.
Επίσης, δεν διεκδικώ το αλάθητο σε αυτά που λέω, γιατί ποια είμαι εγώ για να το κάνω;
Όμως, φαντάσου λέει, να γνωρίσεις κάποια στιγμή εκείνον τον έναν/μία που θα σου κάνει τη διαφορά και μην μπορώντας να τον αναγνωρίσεις –γιατί αυτό που λέγεται ‘μαγεία’ δεν συμβαίνει πάντα με το πρώτο άγγιγμα- τον χάσεις, γιατί δεν θα δεχτεί να συμπλεύσει με τη δήλωσή σου, δεν θα δεχτεί να βάλει την υπογραφή του σε μία συμφωνία που ξέρει ότι μπορεί να καταστρατηγηθεί κι από τα δύο μέρη ανά πάσα στιγμή…
Αυτό τότε λέγεται «απώλεια» και το μόνο που μένει να σκεφτούμε είναι αν τα περιθώριά μας είναι τέτοια ώστε να την αντέχουμε…
Υ.Γ. Επειδή σε τούτες τις γραμμές, όλοι μπορεί να αναγνωρίσουν κάτι απ’ τον εαυτό τους, σας υπόσχομαι ότι κάθε ομοιότητα με πρόσωπα ή πράγματα είναι απολύτως συμπτωματική.Απλά αυτά είναι πράγματα που συμβαίνουν σε όλους…κι αυτό είναι κάτι στο οποίο μπορείτε να έχετε απόλυτη εμπιστοσύνη!

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου