Σκηνή πρώτη:
Δευτέρα, έξι και μισή το πρωί. Φτάνω στο σταθμό των ΚΤΕΛ, στον Κηφισό, με προορισμό τα Σύβοτα Θεσπρωτίας. Η διαδικασία απλή, όπως μου είπαν όταν τηλεφώνησα: Πάω, βγάζω εισιτήριο, μπαίνω στο ΚΤΕΛ για Ηγουμενίτσα, το οποίο αναχωρούσε στις επτά το πρωί, φτάνω εκεί, όπου μετεπιβιβάζομαι στο ΚΤΕΛ για Σύβοτα, το οποίο αναχωρούσε στις 14:30.
Τι σημαίνει «μετεπιβίβαση»; Δεν προϋποθέτει «ανταπόκριση» της μιας διαδρομής με την άλλη; Άρα μία στοιχειώδη "συνεννόηση" μεταξύ τους; Ας κρατήσουμε την απορία αυτή, όπως θα δείτε, αυτά που ξέρετε, να τα ξεχάσετε!
Επιπροσθέτως, μαθαίνω ότι κανένα άλλο δρομολόγιο της ημέρας δεν έχει ανταπόκριση με ΚΤΕΛ στα Σύβοτα. Δηλαδή ή που έφευγες με το πρωϊνό ή μετά…την άλλη μέρα!
Αθάνατη Ελλάδα του 2014!
Στέκομαι λοιπόν στο γκισέ, στις έξι και μισή το πρωί. 18 Αυγούστου, όλη η Ελλάδα είναι ήδη σε διακοπές, άδειο εντελώς το ΚΤΕΛ, εκτός από το δικό μου «ταμείο», όπου μαζευόταν ουρά, καθώς δεν υπήρχε – δεν είχε έρθει ακόμα- η υπάλληλος, που έπρεπε να είναι εκεί από τις έξι το πρωί. Σε όλα τα άλλα γκισέ (τα άδεια από κόσμο γκισέ) υπήρχαν υπάλληλοι, οι οποίοι ατάραχοι έπιναν τον καφέ τους και περίμεναν. Ούτε λόγος να εξυπηρετήσουν εμάς φυσικά, αφού ανήκαν «σε άλλες περιοχές»!
Στις 06:45 φτάνει η υπάλληλος: Ξανθιά, με κολλητό φούξια ντύσιμο και ψηλά λουστρίνι τακούνια, με το μαλλί ξασμένο και πιασμένο στο πλάι, με τη βοήθεια ενός κλάμερ με πορτοκαλί πλαστικό λουλούδι. Χωρίς να βιάζεται καθόλου, τοποθέτησε τα πράγματά της στη θέση της, έβγαλε τον καφέ της, άνοιξε το ταμείο της και όταν ο πρώτος που ήταν εκεί διαμαρτυρήθηκε γιατί άργησε να έρθει και το λεωφορείο φεύγει στις επτά, χωρίς να τρεμοπαίξουν τα βλέφαρά της, του λέει: «Τι βιάζεστε, κύριε; Χωρίς εμένα δεν θα πάει πουθενά το λεωφορείο», δήλωση που αποδείχτηκε αληθής εκ των υστέρων.
Αφού βγήκαν τα εισιτήρια και φτάσαμε στο λεωφορείο, η ξανθή κυρία μας ακολούθησε (το ότι μπορεί να ερχόταν κάποιος να βγάλει εισιτήριο καθυστερημένα δεν έπαιζε, το καταλαβαίνετε φυσικά), φωνάζοντας ένα «αγορίνα μου ήρθα!». (Η αγορίνα δεν φάνηκε ποτέ). Στη συνέχεια, μας έκοψε τα αποκόμματα για να μπούμε μέσα. Εννοείται ότι οι βαλίτσες τοποθετήθηκαν από μας, ούτε λόγος για να ασχοληθεί κάποιος άλλος (αφού όπως προείπα, η "αγορίνα" δεν φάνηκε ποτέ), τελικά μπήκαμε και φύγαμε.
Το ταξίδι υπήρξε αργό, αλλά καλό. Βέβαια, ο οδηγός, ενώ στην αρχή είχε τηρήσει τους χρόνους, στη συνέχεια πήγε με το πάσο του, με αποτέλεσμα όσοι είχαμε «ανταποκρίσεις» στις 14:30, είτε για την «ενδοχώρα», είτε για τα νησιά (Παξοί, Αντίπαξοι), αποχαιρετίσαμε για πάντα την προοπτική να «ανταποκριθούμε» επίσης. Και τέλος πάντων, εμείς εξυπηρετηθήκαμε από τα ταξί, που βρήκαν ευκαιρία να γίνουν πλούσια, οι άλλοι που πήγαιναν στους Παξούς, με το επόμενο δρομολόγιο να είναι την άλλη μέρα το πρωί στις 09:30, έψαχναν να βρούνε δωμάτιο στην Ηγουμενίτσα για τη νύχτα…
Διαδρομή προγραμματισμένη για εξήμιση ώρες, ολοκληρώθηκε στις οκτώ.
Εμείς που τολμήσαμε να θίξουμε το θέμα της «ανταπόκρισης» και το ότι με δική τους υπαιτιότητα δεν φτάσαμε έγκαιρα ώστε να προλάβουμε το ΚΤΕΛ για τα Σύβοτα, λάβαμε την απάντηση (αφού μας περάσανε γενεές δεκατέσσερις) ότι τα δρομολόγια αυτά είναι «τοπικά» και δεν είναι υποχρεωμένα να εξαρτώνται απ’ την έλευση του άλλου απ’ την Αθήνα.
«Ναι, αλλά ως ‘ανταπόκριση’ το λέτε απ’ την Αθήνα», διαμαρτυρήθηκα εγώ, για να εισπράξω την απάντηση: «Δεν ξέρω τι λένε στην Αθήνα, εμείς εδώ το κάνουμε αλλιώς»! Αν είχατε κρατήσει την αρχική απορία, μάθατε μόλις ότι το "μετεπιβίβαση" σίγουρα δεν σημαίνει αυτό που νομίζατε μέχρι στιγμής...
Σκηνή δεύτερη:
Δευτέρα, μία εβδομάδα μετά, επτά και μισή το πρωί στο σταθμό των ΚΤΕΛ, στην Ηγουμενίτσα.
Η πρότερη εμπειρία με έπεισε ότι δεν έπρεπε –ειδικά τέτοιες ώρες- να εμπιστευτώ τις «ανταποκρίσεις». Έτσι, είχα κάνει τηλεφωνική κράτηση για το εισιτήριό μου (την ώρα που πήρα υπήρχαν μόνο δύο τελευταίες διαθέσιμες θέσεις) και είχα κανονίσει ταξί να έρθει να με παραλάβει απ’ το ξενοδοχείο στις έξι και μισή ώστε να είμαι επτά, επτάμιση στο ΚΤΕΛ, για να μην χάσω το εισιτήριο, όπως με είχαν συμβουλεύσει.
Όλα καλά (αν εξαιρέσεις το τι χρειάστηκε να πληρώσω στο ταξί, που προφανώς είχε χρυσά καθίσματα) και βρίσκομαι πλέον στο σταθμό.
Έχω προμηθευτεί _και_ το εισιτήριό μου και περιμένω.
Προγραμματισμένη αναχώρηση στις οκτώ. Αμ δε! Όταν πήγα εκεί, έμαθα ότι αναχωρούσε τελικώς στις οκτώ και μισή, επειδή είχαν αλλάξει (από το προηγούμενο βράδυ ως το επόμενο πρωί) το δρομολόγιο. Μεταξύ τους το είχαν «ανακοινώσει», να το μοιραστούν μαζί μας δεν μπήκανε στον κόπο!
Όσο περιμένω, έρχονται λεωφορεία που πάνε σε άλλους προορισμούς, Θεσσαλονίκη, Γιάννενα κλπ. (Τα λοιπά δεν είναι και πάάάρα πολλά, μην φανταστείτε!).
Καταφτάνει μια γιαγιούλα-γιαγιούλα: Μπαστουνάκι, τσεμπέρι μαύρο, ρούχα μαύρα, κλασσική ηπειρώτικη φιγούρα γιαγιάς (έτσι νομίζω απ’ όσα έχω δει σε φωτογραφίες).
Πάει σε έναν οδηγό, που διάβαζε εφημερίδα καθισμένος σε ένα λεωφορείο και ρωτάει –για κακή της τύχη: «Πες μου, παιδάκι μου, ποιο είναι το λεωφορείο για τα Γιάννενα;». Ο οδηγός, ενοχλημένος από τη «διακοπή» της βάζει κάτι φωνές, που ήσαν αρκετές για να ξυπνήσουμε όσοι επιμέναμε να θέλουμε πρωί πρωί την ησυχία μας:
«Τράβα ρώτα μέσα, κυρά μου, τι με πέρασες εμένα εδώ, σταθμό πληροφοριών;».
«Καλά, παιδάκι μου, δεν σε έφαγα κιόλας, μην φωνάζεις!», του απαντάει η καημένη η γιαγιούλα.
«Μα έρχεσαι και με διακόπτεις!».
«Από τι σε διακόπτω, παιδάκι μου; Εφημερίδα είδα και διάβαζες, σε είδα να είσαι μέσα στο λεωφορείο, είπα να ρωτήσω, μην κάνεις έτσι, δεν έγινε και τίποτα!»
«Σιγά μη σου δώσω και λογαριασμό τι θα κάνω, ακούς εκεί! Τι σας βάλαμε εδώ μέσα όλους, ελεγκτές για το αν δουλεύουμε ή όχι; Ορίστε μας, τράβα κάνε τη δουλειά σου, γιατί δεν τη βλέπω καλά τη μπαστούνα σου!».
Κάντε το εικόνα: Ένας τεράστιος, τραμπούκος οδηγός, τα είχε βάλει με μία ανυπεράσπιστη μικροσκοπική, καμπουριασμένη γιαγιάκα και την απειλούσε κιόλας, γιατί το έγκλημά της ήταν ότι τον διέκοψε απ’ το θεάρεστο έργο της ανάγνωσης της εφημερίδας του, να τον ρωτήσει κάτι που ήταν υποχρεωμένος να ξέρει _και_ να της απαντήσει κιόλας!
Εκεί ένας άλλος τύπος, που επέστρεφε στην Αθήνα και είχε ήδη διαμαρτυρηθεί για την αιφνίδια αλλαγή της ώρας του δρομολογίου και για τις θέσεις που δεν υπήρχαν (ασήμαντη λεπτομέρεια: Γυρίσαμε με άδειες θέσεις, που υποτίθεται είχαν κρατηθεί σε άλλες περιοχές, αλλά δεν καλύφθηκαν και τελικώς κόσμος έμεινε εκτός λεωφορείου. Αναρωτιέμαι, μία απ’ τις δουλειές τους δεν θα έπρεπε να ήταν το τσεκάρισμα των θέσεων _πριν_ξεκινήσει το δρομολόγιο, ώστε να δοθούν οι θέσεις στον κόσμο;), αγανακτισμένος απ’ όλα τούτα και την κακή συμπεριφορά των μουντρούχων υπαλλήλων, του λέει:
«Για πρόσεχε λιγάκι πώς μιλάς, άμα θέλεις να κάνεις τον νταή, έλα να τον κάνεις σε κάποιον σαν κι εσένα, όχι στην ανυπεράσπιστη γυναικούλα που σε ρώτησε! Άντε από κει!».
Το τι έγινε στη συνέχεια, θα το παρέθετα ως απόσπασμα από ελληνική ταινία: «Και τώρα, είπα κι εγώ θα τρομάξει το θεριό ο Αντωνάκης και θα σηκώσει το χέρι επάνω και θα πάρει το καπελάκι του και θα φύγει!», αν δεν ήταν εκπαιδευμένος στο bulling ο οδηγός, οπότε νομίζω ότι οι φωνές του, οι βρισιές του και γενικώς ο τύπος, πρέπει να ακούστηκε και μέχρι την Κέρκυρα, μη σου πω!
Ευτυχώς, με τα πολλά, άνοιξαν οι πόρτες του λεωφορείου. Δεν θέλω παρανοήσεις: Μόνοι μας βάλαμε τις βαλίτσες μέσα, άναρχα εντελώς, με αποτέλεσμα να ψάχνουμε μερικές εκεί κάπου στο Ρίο, κάποιες άλλες στο Αίγιο και πάει λέγοντας, πάντως το νου μας είχαμε συνεχώς όταν κατέβαινε κάποιος, μπας κι άφηνε πίσω του καμιά δική μας βαλίτσα, αυτόν τον πόνο τον είχαμε!
Τελική ώρα αναχώρησης: 08:45 (άσχετο που μας θέλανε από τις επτά εκεί κι αυτό δεν εξυπηρέτησε σε τίποτα τελικά, αφού δεν τσεκάρανε τη διαθεσιμότητα των θέσεων από τους λοιπούς σταθμούς, ώστε να το δικαιολογήσουν και κάπως).
Προγραμματισμένη διαδρομή: Εξήμιση ώρες, αφού ο δρόμος ίδιος ήταν, δεν άλλαξε σε μία εβδομάδα.
Φευ! Έγιναν τέσσερεις κανονικές στάσεις, σε διάφορα μέρη –ενώ στον πηγαιμό είχε γίνει μόλις μία- όπου δεν δινόταν χρόνος νέας αναχώρησης, ούτε φυσικά κανείς μπήκε στον κόπο να ειδοποιήσει ή να μετρήσει αν τους είχε όλους μέσα, με αποτέλεσμα να ψάχνουμε ο καθείς τον διπλανό του κάθε φορά, να φωνάζουμε στον οδηγό «περίμενε και την κυρία», που έτρεχε να προλάβει με το βρακί κατεβασμένο, διότι δεν είχε προλάβει η δύσμοιρη να πάει τουαλέτα και με όλους να διαμαρτύρονται για την εξαιρετικά μεγάλη καθυστέρηση.
Επιπλέον, ο συγκεκριμένος οδηγός δεν είχε ιδέα πώς φρενάρουνε ή τέλος πάντων είχε μία δική του άποψη για το ζήτημα. Επίσης, προφανώς είχε την άποψη ότι ήταν μόνος του στο δρόμο! Έτσι, κάθε φορά που χρειαζότανε να γίνει συνδυασμός αυτών των δύο – όταν δηλαδή υπήρχε εμφανής απόδειξη ότι _δεν_ήταν μόνος τελικά και άρα έπρεπε ταυτόχρονα και να σταματήσει – το αποτέλεσμα έφερνε όλους εμάς αγκαλιασμένους με τον μπροστινό μας, κάτι που το λες καλό για τη σύσφιξη των σχέσεων, αλλά το έκρινα περιττό μετά από τόση κούραση και παντελώς άχρηστο, αν σκεφτείς ότι ο μπροστινός μου δεν έλεγε απολύτως τίποτα!
Ώρα άφιξης στο σταθμό της Αθήνας: 18:45. Σύνολο 10 ώρες ταξίδι, αν υπολογίζω καλά.
Εντάξει, παιδιά, απ’ το Θεό να τό ’βρετε δηλαδή!
Εννοείται πως ψάχναμε να βρούμε τις βαλίτσες μας, θυμίζοντας γύρισμα από ταινία για την καταστροφή της Σμύρνης, ανακατεμένοι όλοι: Παιδάκια που έκαναν εμετό από τις πολλές τις ώρες στο λεωφορείο (όσα δεν είχανε κάνει μέσα δηλαδή), γιαγιάδες που δεν μπορούσαν να περπατήσουν, οπότε έπρεπε να τις βοηθήσουμε να βρούνε τη βαλίτσα τους, μαμάδες που έψαχναν τα μικρά τους που πηγαίνανε γύρω γύρω να ξεπιαστούν και τα έχαναν ξαφνικά για να ξεπεταχτούν μπροστά στο ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας που εκείνη την ώρα ξεκίναγε, πόνος απ’ τα κουρασμένα μέλη μας και ιδρώτας παντού, τόσος που να μην τη θέλεις την εναπομείνασα ζωή σου!
Αλλά γυρίσαμε! Θα φιλούσα τη γη όπου πατούσα, αν δεν ήταν εξαιρετικά βρώμικη και με κατσαρίδες γύρω γύρω! Οπότε, περιορίστηκα στη σχετική ευχαριστία προς όποιον μας είχε επιτέλους επιτρέψει/βοηθήσει να αποβιβαστούμε από το λεωφορείο του τρόμου, αποδεικνύοντας ότι ναι, μπορεί κανείς να φτάσει σώος _και_ μετά απ’ αυτό!
Συμπέρασμα ταξιδίου: Οι υπάλληλοι στο ΚΤΕΛ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ, απ’ τους ταμίες μέχρι και τους οδηγούς, είναι οι πιο βαριεστημένοι, αγενείς και μουντρούχοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει κι έχω γνωρίσει αρκετούς, πιστέψτε με. Σίγουρα δεν σου κάνουν ευκολότερο το ταξίδι, ούτε σου αφήνουν καλές τελικές εντυπώσεις απ’ τον όμορφο τόπο τους, κάτι που είναι κρίμα για μια χώρα που ζει απ’ τον τουρισμό της (ντόπιο ή ξένο).
Δεν μπορώ να κατηγορήσω το μέρος, αφού δεν έβγαλα τα ίδια συμπεράσματα απ’ τη συναναστροφή μου με τους κατοίκους της περιοχής, αλλά σίγουρα, αν μπορώ να αποφύγω τη μετάβαση με αυτό τον τρόπο σε επόμενη φορά, θα το αποφύγω, ελπίζοντας ότι η κακή μου εμπειρία δεν θα με κάνει να αποφύγω αυτή την ίδια την επόμενη φορά...γενικώς!
Όπου και να πάω, η Ελλάδα με πληγώνει...
Δευτέρα, έξι και μισή το πρωί. Φτάνω στο σταθμό των ΚΤΕΛ, στον Κηφισό, με προορισμό τα Σύβοτα Θεσπρωτίας. Η διαδικασία απλή, όπως μου είπαν όταν τηλεφώνησα: Πάω, βγάζω εισιτήριο, μπαίνω στο ΚΤΕΛ για Ηγουμενίτσα, το οποίο αναχωρούσε στις επτά το πρωί, φτάνω εκεί, όπου μετεπιβιβάζομαι στο ΚΤΕΛ για Σύβοτα, το οποίο αναχωρούσε στις 14:30.
Τι σημαίνει «μετεπιβίβαση»; Δεν προϋποθέτει «ανταπόκριση» της μιας διαδρομής με την άλλη; Άρα μία στοιχειώδη "συνεννόηση" μεταξύ τους; Ας κρατήσουμε την απορία αυτή, όπως θα δείτε, αυτά που ξέρετε, να τα ξεχάσετε!
Επιπροσθέτως, μαθαίνω ότι κανένα άλλο δρομολόγιο της ημέρας δεν έχει ανταπόκριση με ΚΤΕΛ στα Σύβοτα. Δηλαδή ή που έφευγες με το πρωϊνό ή μετά…την άλλη μέρα!
Αθάνατη Ελλάδα του 2014!
Στέκομαι λοιπόν στο γκισέ, στις έξι και μισή το πρωί. 18 Αυγούστου, όλη η Ελλάδα είναι ήδη σε διακοπές, άδειο εντελώς το ΚΤΕΛ, εκτός από το δικό μου «ταμείο», όπου μαζευόταν ουρά, καθώς δεν υπήρχε – δεν είχε έρθει ακόμα- η υπάλληλος, που έπρεπε να είναι εκεί από τις έξι το πρωί. Σε όλα τα άλλα γκισέ (τα άδεια από κόσμο γκισέ) υπήρχαν υπάλληλοι, οι οποίοι ατάραχοι έπιναν τον καφέ τους και περίμεναν. Ούτε λόγος να εξυπηρετήσουν εμάς φυσικά, αφού ανήκαν «σε άλλες περιοχές»!
Στις 06:45 φτάνει η υπάλληλος: Ξανθιά, με κολλητό φούξια ντύσιμο και ψηλά λουστρίνι τακούνια, με το μαλλί ξασμένο και πιασμένο στο πλάι, με τη βοήθεια ενός κλάμερ με πορτοκαλί πλαστικό λουλούδι. Χωρίς να βιάζεται καθόλου, τοποθέτησε τα πράγματά της στη θέση της, έβγαλε τον καφέ της, άνοιξε το ταμείο της και όταν ο πρώτος που ήταν εκεί διαμαρτυρήθηκε γιατί άργησε να έρθει και το λεωφορείο φεύγει στις επτά, χωρίς να τρεμοπαίξουν τα βλέφαρά της, του λέει: «Τι βιάζεστε, κύριε; Χωρίς εμένα δεν θα πάει πουθενά το λεωφορείο», δήλωση που αποδείχτηκε αληθής εκ των υστέρων.
Αφού βγήκαν τα εισιτήρια και φτάσαμε στο λεωφορείο, η ξανθή κυρία μας ακολούθησε (το ότι μπορεί να ερχόταν κάποιος να βγάλει εισιτήριο καθυστερημένα δεν έπαιζε, το καταλαβαίνετε φυσικά), φωνάζοντας ένα «αγορίνα μου ήρθα!». (Η αγορίνα δεν φάνηκε ποτέ). Στη συνέχεια, μας έκοψε τα αποκόμματα για να μπούμε μέσα. Εννοείται ότι οι βαλίτσες τοποθετήθηκαν από μας, ούτε λόγος για να ασχοληθεί κάποιος άλλος (αφού όπως προείπα, η "αγορίνα" δεν φάνηκε ποτέ), τελικά μπήκαμε και φύγαμε.
Το ταξίδι υπήρξε αργό, αλλά καλό. Βέβαια, ο οδηγός, ενώ στην αρχή είχε τηρήσει τους χρόνους, στη συνέχεια πήγε με το πάσο του, με αποτέλεσμα όσοι είχαμε «ανταποκρίσεις» στις 14:30, είτε για την «ενδοχώρα», είτε για τα νησιά (Παξοί, Αντίπαξοι), αποχαιρετίσαμε για πάντα την προοπτική να «ανταποκριθούμε» επίσης. Και τέλος πάντων, εμείς εξυπηρετηθήκαμε από τα ταξί, που βρήκαν ευκαιρία να γίνουν πλούσια, οι άλλοι που πήγαιναν στους Παξούς, με το επόμενο δρομολόγιο να είναι την άλλη μέρα το πρωί στις 09:30, έψαχναν να βρούνε δωμάτιο στην Ηγουμενίτσα για τη νύχτα…
Διαδρομή προγραμματισμένη για εξήμιση ώρες, ολοκληρώθηκε στις οκτώ.
Εμείς που τολμήσαμε να θίξουμε το θέμα της «ανταπόκρισης» και το ότι με δική τους υπαιτιότητα δεν φτάσαμε έγκαιρα ώστε να προλάβουμε το ΚΤΕΛ για τα Σύβοτα, λάβαμε την απάντηση (αφού μας περάσανε γενεές δεκατέσσερις) ότι τα δρομολόγια αυτά είναι «τοπικά» και δεν είναι υποχρεωμένα να εξαρτώνται απ’ την έλευση του άλλου απ’ την Αθήνα.
«Ναι, αλλά ως ‘ανταπόκριση’ το λέτε απ’ την Αθήνα», διαμαρτυρήθηκα εγώ, για να εισπράξω την απάντηση: «Δεν ξέρω τι λένε στην Αθήνα, εμείς εδώ το κάνουμε αλλιώς»! Αν είχατε κρατήσει την αρχική απορία, μάθατε μόλις ότι το "μετεπιβίβαση" σίγουρα δεν σημαίνει αυτό που νομίζατε μέχρι στιγμής...
Σκηνή δεύτερη:
Δευτέρα, μία εβδομάδα μετά, επτά και μισή το πρωί στο σταθμό των ΚΤΕΛ, στην Ηγουμενίτσα.
Η πρότερη εμπειρία με έπεισε ότι δεν έπρεπε –ειδικά τέτοιες ώρες- να εμπιστευτώ τις «ανταποκρίσεις». Έτσι, είχα κάνει τηλεφωνική κράτηση για το εισιτήριό μου (την ώρα που πήρα υπήρχαν μόνο δύο τελευταίες διαθέσιμες θέσεις) και είχα κανονίσει ταξί να έρθει να με παραλάβει απ’ το ξενοδοχείο στις έξι και μισή ώστε να είμαι επτά, επτάμιση στο ΚΤΕΛ, για να μην χάσω το εισιτήριο, όπως με είχαν συμβουλεύσει.
Όλα καλά (αν εξαιρέσεις το τι χρειάστηκε να πληρώσω στο ταξί, που προφανώς είχε χρυσά καθίσματα) και βρίσκομαι πλέον στο σταθμό.
Έχω προμηθευτεί _και_ το εισιτήριό μου και περιμένω.
Προγραμματισμένη αναχώρηση στις οκτώ. Αμ δε! Όταν πήγα εκεί, έμαθα ότι αναχωρούσε τελικώς στις οκτώ και μισή, επειδή είχαν αλλάξει (από το προηγούμενο βράδυ ως το επόμενο πρωί) το δρομολόγιο. Μεταξύ τους το είχαν «ανακοινώσει», να το μοιραστούν μαζί μας δεν μπήκανε στον κόπο!
Όσο περιμένω, έρχονται λεωφορεία που πάνε σε άλλους προορισμούς, Θεσσαλονίκη, Γιάννενα κλπ. (Τα λοιπά δεν είναι και πάάάρα πολλά, μην φανταστείτε!).
Καταφτάνει μια γιαγιούλα-γιαγιούλα: Μπαστουνάκι, τσεμπέρι μαύρο, ρούχα μαύρα, κλασσική ηπειρώτικη φιγούρα γιαγιάς (έτσι νομίζω απ’ όσα έχω δει σε φωτογραφίες).
Πάει σε έναν οδηγό, που διάβαζε εφημερίδα καθισμένος σε ένα λεωφορείο και ρωτάει –για κακή της τύχη: «Πες μου, παιδάκι μου, ποιο είναι το λεωφορείο για τα Γιάννενα;». Ο οδηγός, ενοχλημένος από τη «διακοπή» της βάζει κάτι φωνές, που ήσαν αρκετές για να ξυπνήσουμε όσοι επιμέναμε να θέλουμε πρωί πρωί την ησυχία μας:
«Τράβα ρώτα μέσα, κυρά μου, τι με πέρασες εμένα εδώ, σταθμό πληροφοριών;».
«Καλά, παιδάκι μου, δεν σε έφαγα κιόλας, μην φωνάζεις!», του απαντάει η καημένη η γιαγιούλα.
«Μα έρχεσαι και με διακόπτεις!».
«Από τι σε διακόπτω, παιδάκι μου; Εφημερίδα είδα και διάβαζες, σε είδα να είσαι μέσα στο λεωφορείο, είπα να ρωτήσω, μην κάνεις έτσι, δεν έγινε και τίποτα!»
«Σιγά μη σου δώσω και λογαριασμό τι θα κάνω, ακούς εκεί! Τι σας βάλαμε εδώ μέσα όλους, ελεγκτές για το αν δουλεύουμε ή όχι; Ορίστε μας, τράβα κάνε τη δουλειά σου, γιατί δεν τη βλέπω καλά τη μπαστούνα σου!».
Κάντε το εικόνα: Ένας τεράστιος, τραμπούκος οδηγός, τα είχε βάλει με μία ανυπεράσπιστη μικροσκοπική, καμπουριασμένη γιαγιάκα και την απειλούσε κιόλας, γιατί το έγκλημά της ήταν ότι τον διέκοψε απ’ το θεάρεστο έργο της ανάγνωσης της εφημερίδας του, να τον ρωτήσει κάτι που ήταν υποχρεωμένος να ξέρει _και_ να της απαντήσει κιόλας!
Εκεί ένας άλλος τύπος, που επέστρεφε στην Αθήνα και είχε ήδη διαμαρτυρηθεί για την αιφνίδια αλλαγή της ώρας του δρομολογίου και για τις θέσεις που δεν υπήρχαν (ασήμαντη λεπτομέρεια: Γυρίσαμε με άδειες θέσεις, που υποτίθεται είχαν κρατηθεί σε άλλες περιοχές, αλλά δεν καλύφθηκαν και τελικώς κόσμος έμεινε εκτός λεωφορείου. Αναρωτιέμαι, μία απ’ τις δουλειές τους δεν θα έπρεπε να ήταν το τσεκάρισμα των θέσεων _πριν_ξεκινήσει το δρομολόγιο, ώστε να δοθούν οι θέσεις στον κόσμο;), αγανακτισμένος απ’ όλα τούτα και την κακή συμπεριφορά των μουντρούχων υπαλλήλων, του λέει:
«Για πρόσεχε λιγάκι πώς μιλάς, άμα θέλεις να κάνεις τον νταή, έλα να τον κάνεις σε κάποιον σαν κι εσένα, όχι στην ανυπεράσπιστη γυναικούλα που σε ρώτησε! Άντε από κει!».
Το τι έγινε στη συνέχεια, θα το παρέθετα ως απόσπασμα από ελληνική ταινία: «Και τώρα, είπα κι εγώ θα τρομάξει το θεριό ο Αντωνάκης και θα σηκώσει το χέρι επάνω και θα πάρει το καπελάκι του και θα φύγει!», αν δεν ήταν εκπαιδευμένος στο bulling ο οδηγός, οπότε νομίζω ότι οι φωνές του, οι βρισιές του και γενικώς ο τύπος, πρέπει να ακούστηκε και μέχρι την Κέρκυρα, μη σου πω!
Ευτυχώς, με τα πολλά, άνοιξαν οι πόρτες του λεωφορείου. Δεν θέλω παρανοήσεις: Μόνοι μας βάλαμε τις βαλίτσες μέσα, άναρχα εντελώς, με αποτέλεσμα να ψάχνουμε μερικές εκεί κάπου στο Ρίο, κάποιες άλλες στο Αίγιο και πάει λέγοντας, πάντως το νου μας είχαμε συνεχώς όταν κατέβαινε κάποιος, μπας κι άφηνε πίσω του καμιά δική μας βαλίτσα, αυτόν τον πόνο τον είχαμε!
Τελική ώρα αναχώρησης: 08:45 (άσχετο που μας θέλανε από τις επτά εκεί κι αυτό δεν εξυπηρέτησε σε τίποτα τελικά, αφού δεν τσεκάρανε τη διαθεσιμότητα των θέσεων από τους λοιπούς σταθμούς, ώστε να το δικαιολογήσουν και κάπως).
Προγραμματισμένη διαδρομή: Εξήμιση ώρες, αφού ο δρόμος ίδιος ήταν, δεν άλλαξε σε μία εβδομάδα.
Φευ! Έγιναν τέσσερεις κανονικές στάσεις, σε διάφορα μέρη –ενώ στον πηγαιμό είχε γίνει μόλις μία- όπου δεν δινόταν χρόνος νέας αναχώρησης, ούτε φυσικά κανείς μπήκε στον κόπο να ειδοποιήσει ή να μετρήσει αν τους είχε όλους μέσα, με αποτέλεσμα να ψάχνουμε ο καθείς τον διπλανό του κάθε φορά, να φωνάζουμε στον οδηγό «περίμενε και την κυρία», που έτρεχε να προλάβει με το βρακί κατεβασμένο, διότι δεν είχε προλάβει η δύσμοιρη να πάει τουαλέτα και με όλους να διαμαρτύρονται για την εξαιρετικά μεγάλη καθυστέρηση.
Επιπλέον, ο συγκεκριμένος οδηγός δεν είχε ιδέα πώς φρενάρουνε ή τέλος πάντων είχε μία δική του άποψη για το ζήτημα. Επίσης, προφανώς είχε την άποψη ότι ήταν μόνος του στο δρόμο! Έτσι, κάθε φορά που χρειαζότανε να γίνει συνδυασμός αυτών των δύο – όταν δηλαδή υπήρχε εμφανής απόδειξη ότι _δεν_ήταν μόνος τελικά και άρα έπρεπε ταυτόχρονα και να σταματήσει – το αποτέλεσμα έφερνε όλους εμάς αγκαλιασμένους με τον μπροστινό μας, κάτι που το λες καλό για τη σύσφιξη των σχέσεων, αλλά το έκρινα περιττό μετά από τόση κούραση και παντελώς άχρηστο, αν σκεφτείς ότι ο μπροστινός μου δεν έλεγε απολύτως τίποτα!
Ώρα άφιξης στο σταθμό της Αθήνας: 18:45. Σύνολο 10 ώρες ταξίδι, αν υπολογίζω καλά.
Εντάξει, παιδιά, απ’ το Θεό να τό ’βρετε δηλαδή!
Εννοείται πως ψάχναμε να βρούμε τις βαλίτσες μας, θυμίζοντας γύρισμα από ταινία για την καταστροφή της Σμύρνης, ανακατεμένοι όλοι: Παιδάκια που έκαναν εμετό από τις πολλές τις ώρες στο λεωφορείο (όσα δεν είχανε κάνει μέσα δηλαδή), γιαγιάδες που δεν μπορούσαν να περπατήσουν, οπότε έπρεπε να τις βοηθήσουμε να βρούνε τη βαλίτσα τους, μαμάδες που έψαχναν τα μικρά τους που πηγαίνανε γύρω γύρω να ξεπιαστούν και τα έχαναν ξαφνικά για να ξεπεταχτούν μπροστά στο ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας που εκείνη την ώρα ξεκίναγε, πόνος απ’ τα κουρασμένα μέλη μας και ιδρώτας παντού, τόσος που να μην τη θέλεις την εναπομείνασα ζωή σου!
Αλλά γυρίσαμε! Θα φιλούσα τη γη όπου πατούσα, αν δεν ήταν εξαιρετικά βρώμικη και με κατσαρίδες γύρω γύρω! Οπότε, περιορίστηκα στη σχετική ευχαριστία προς όποιον μας είχε επιτέλους επιτρέψει/βοηθήσει να αποβιβαστούμε από το λεωφορείο του τρόμου, αποδεικνύοντας ότι ναι, μπορεί κανείς να φτάσει σώος _και_ μετά απ’ αυτό!
Συμπέρασμα ταξιδίου: Οι υπάλληλοι στο ΚΤΕΛ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ, απ’ τους ταμίες μέχρι και τους οδηγούς, είναι οι πιο βαριεστημένοι, αγενείς και μουντρούχοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει κι έχω γνωρίσει αρκετούς, πιστέψτε με. Σίγουρα δεν σου κάνουν ευκολότερο το ταξίδι, ούτε σου αφήνουν καλές τελικές εντυπώσεις απ’ τον όμορφο τόπο τους, κάτι που είναι κρίμα για μια χώρα που ζει απ’ τον τουρισμό της (ντόπιο ή ξένο).
Δεν μπορώ να κατηγορήσω το μέρος, αφού δεν έβγαλα τα ίδια συμπεράσματα απ’ τη συναναστροφή μου με τους κατοίκους της περιοχής, αλλά σίγουρα, αν μπορώ να αποφύγω τη μετάβαση με αυτό τον τρόπο σε επόμενη φορά, θα το αποφύγω, ελπίζοντας ότι η κακή μου εμπειρία δεν θα με κάνει να αποφύγω αυτή την ίδια την επόμενη φορά...γενικώς!
Όπου και να πάω, η Ελλάδα με πληγώνει...

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου