Αγαπητό μου ημερολόγιο: Μέτρησα τα σκαλοπάτια της αγάπης….
Παιχνίδι.
Μία πρόκληση, ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο, κάτι ζεστό που νιώθεις να σου δημιουργεί ένα αίσθημα πείνας στο στομάχι σου, μια πείνα που δεν χορταίνει ποτέ…
Δεν θυμάσαι ποτέ πώς ξεκίνησες να παίζεις.... Μία κοινή παρέα, φίλοι που λένε πολλά χωρίς να λένε τίποτα, μουσικές που παίζουν χωρίς να ακούγονται, αυτό που από μακριά σε τραβάει και σε οδηγεί χωρίς να ξέρεις το δρόμο….
Κοινές διαδρομές, σχολείο, πανεπιστήμιο, σύλλογοι, χόμπι, ένα βράδυ τρελού καρναβαλιού ή απλά η τυχαία κι όμως καθημερινή – άρα ίσως όχι και τόσο τυχαία – συνάντηση στην είσοδο ενός γραφείου, στον πίσω πάγκο από ένα βιβλιοπωλείο, όπου ο ένας αναζητάει το τελευταίο βιβλίο αυτής της ξεπερασμένης συμφοράς που λέγεται Κοέλιο και ο άλλος αναζητεί το λεξικό για οικονομολόγους, μπας και περάσει κανένα μάθημα….κι όχι απαραίτητα μ’ αυτή τη σειρά… Ή πάλι το κλείσιμο σ’ ένα ασανσέρ, το άγγιγμα της ίδιας κονσέρβας για σκύλο στο σούπερ μάρκετ – και άκου τώρα! Κανένας δεν έχει σκύλο, απλά σας τράβηξε η παράξενη διαφήμιση πάνω στο κουτί, τόσο αταίριαστη που - αν ήσουν σκύλος - ποτέ δεν θα σκεφτόσουν να το φας αυτό το πράγμα…
Τυχαίες συναντήσεις, σε αεροδρόμια, μετρό, σε αίθουσες αναμονής γιατρού, σε ουρές στην τράπεζα, όπου η γιαγιά που είναι πίσω σου πάει να σου φάει τη θέση, έτσι γιατί νομίζει ότι θα κερδίσει κάτι παραπάνω κι εσύ την αφήνεις, γιατί – έλα μωρέ, μεγάλη γυναίκα είναι, τι θα κερδίσεις δηλαδή με πέντε λεπτά λιγότερης αναμονής; Και σ' αυτά τα πέντε λεπτά καθυστέρησης κατάφερε να στριμωχτεί το πιο λαμπερό χαμόγελο στη ζωή σου...
Παιχνίδι, ένα ατελείωτο παιχνίδι, όσο περιμένεις το πρώτο χαμόγελο, την πρώτη επιβεβαίωση ότι ο άλλος θέλει να γίνει ο δέκτης σου, αν δεχτείς να γίνεις ο πομπός του κι όλο εκείνο το κουτό πιάσιμο μιας τούφας που όλο λέει να ξεφεύγει απ’ τα μαλλιά σου ή εκείνα τα γυαλιά που επιμένουν ντε και ντε να πέφτουν απ’ τη μύτη σου.
Επαφή.
Ατελείωτες κουβέντες, προσπάθεια να γνωριστείς, να δώσεις λες ένα κομμάτι απ’ τον εαυτό σου στον άλλον, μέσα σε μια στιγμή. Μα εσύ τον εαυτό σου έκανες τόσα χρόνια να τον μάθεις, πώς γίνεται να προλάβεις να τα δώσεις όλα μέσα σε μια στιγμή; Ποιο είναι το αγαπημένο σου χρώμα, τι φαγητό αγαπάς, τι μουσική ακούς, τι βιβλία διαβάζεις, έχεις χόμπι; Πού πας διακοπές; Και οι φίλοι σου; Έχεις κρατήσει παρέες κι επαφές μαζί τους; Και οι άλλοι σύντροφοί σου; Όλη η κουβέντα για τις προσωπικές μας διαδρομές….Κι ενώ δεν ήσουν πολυλογού, τώρα ξαφνικά δεν λες να πάψεις κι ενώ δεν είναι εξωστρεφής, τώρα ξαφνικά θέλει να σε κάνει να γνωρίσεις όλες τις πλευρές του, αλλά πάλι, άσε, «κράτα και μία πισινή», γιατί ποτέ δεν ξέρεις, αλλά μήπως μωρέ να πεις κι αυτό, γιατί, αν το ξεχάσεις; Θα έχεις αφήσει τη διήγηση στη μέση. Και θυμάσαι ποιο ήταν εκείνο το ανέκδοτο που είχες πει την άλλη φορά και είχαν γελάσει όλοι; Λες να αρέσει να το πεις τώρα; Κι αν φανεί πολύ κρύο; Και μήπως δεν είσαι ντυμένη καλά; Ωχ, αυτό το φόρεμα σου κάνει σούρα στο στήθος. Και σου το είπε η αδελφή σου, δεν σου πάει η σούρα στο στήθος, αμάν, πια, κανέναν δεν ακούς! Τι θα πει τώρα ο άνθρωπος, πρώτη φορά που σε βλέπει….Κι αυτά τα παπούτσια, Θεέ μου, πες μου ότι έχεις βάλει άρωμα και δεν το ξέχασες πάλι, έτσι τρελή όπως βγήκες να προλάβεις, γιατί ως συνήθως είχες αργήσει να συνδυάσεις τα σκουλαρίκια σου και τώρα;
Γλυκές ανησυχίες, γλυκές αλλά μάταιες, αφού κανείς δεν προσέχει τίποτα απ’ αυτά…. Ούτε ακούει, μόνο χάνεται….
Μοιρασιά.
Και πώς έγιναν όλα ξαφνικά; Η κάθε μέρα που περνάει, το τηλέφωνο το βράδυ για να μάθει τα νέα σου, όταν δεν μπορεί να σε δει, μία κλεφτή βόλτα στη θάλασσα, αν καταφέρεις να κάνεις κοπάνα απ’ τη δουλειά, μία αυτοκινητάδα χωρίς προορισμό, όπου ο ένας θα οδηγεί κι ο άλλος θα έχει το χέρι του πάνω στο δικό του, έστω κι αν δυσκολεύεται να αλλάξει ταχύτητες, χωρίς να διαμαρτύρεται κανένας. Με τη μουσική να παίζει κι εσένα να σιγοτραγουδάς, σ’ ένα φάλτσο που δεν φτάνει ποτέ στ’ αυτιά του άλλου.
Η πόρτα που ανοίγει κάθε φορά που πας, με βλέμμα που χαίρεται να στέκεται πάνω σου και νομίζεις ότι σε χαϊδεύει ολόκληρη και σε ζεσταίνει όσο κρύο κι αν κάνει έξω. Και χέρια που σε αρπάζουν και σε σηκώνουν ψηλά απ’ το πάτωμα, σαν να αιωρείσαι σε ένα κενό που δεν σε τρομάζει το ύψος του….κι ας μην υπάρχει δίχτυ προστατευτικό από κάτω….
Το φαγητό, όταν σε περιμένει κι έχει μαγειρέψει για χατίρι σου – ακόμα κι αν δεν ξέρει – ή όταν πειραματίζεστε μαζί στην κουζίνα, κάνοντας τον κόσμο χάλια, γιατί μέσα σε κατσαρόλες, σάλτσες και τριμμένα τυριά, οι αγκαλιές και τα φιλιά είναι περισσότερα και οι μυρωδιές είναι πιο δυνατές όταν τα χέρια του είναι περασμένα γύρω απ’ τη μέση σου ή όταν σου διαβάζει ψιθυριστά τη συνταγή στ’ αυτί σου, κάνοντάς σε να ξεχάσεις τι πρέπει να βάλεις πρώτο στην κατσαρόλα….Ένα πιάτο μόνο κι ένα πηρούνι, γιατί τι νόημα έχεις να χρησιμοποιήσεις δεύτερο; Ταΐζεστε στο στόμα και αφήνεις να σου κλέψει τις μπουκιές σου, γιατί ούτως ή άλλως μόνο το φαγητό δεν σε νοιάζει και γιατί χαίρεσαι να μην χωράει η μπουκίτσα του στο στόμα, γιατί την υπόλοιπη θα τη σκουπίσεις με το δικό σου...
Και μετά…βάλε με για ύπνο! Η αγκαλιά, όταν μοιάζεις κουβάρι μέσα στα μπράτσα του άλλου και γίνεσαι το κουταλάκι του, όταν χώνεσαι μέσα στο λαιμό του κι όταν ακόμα μέσα στον ύπνο σου νιώθεις να σε κρατάει σφιχτά να μην του φύγεις, σαν να είσαι το πιο πολύτιμο απόκτημα, το πιο ακριβό κόσμημα. Τα χάδια, που δεν είναι απαραίτητο να είναι πάντα ερωτικά, αλλά είναι έρωτας όλα μαζί, μία μάζωξη από ψιθύρους, αγγίγματα, ανάσα απ’ την ανάσα του. Η αγκαλιά είναι το γιατρικό της ψυχής…κι ο μοιρασμένος ύπνος είναι η καλύτερη συνταγή για τα πιο δυνατά όνειρα. Κι αν καμιά φορά δεις εφιάλτη και κλάψεις ή φωνάξεις μέσα στον ύπνο σου, είναι εκεί για να αναρωτηθεί τι είναι αυτό που βαραίνει την ψυχή σου και σου κάνει γκρίζα τα ροζ σου όνειρα…Κι αν εσύ δεν θυμάσαι να διηγηθείς, δεν πειράζει, το χάδι στα μαλλιά σου, σου λέει «κοιμήσου ξανά και μη φοβάσαι τίποτα, εγώ είμαι εδώ»….
Και το πρωϊνό ξύπνημα, όταν ο ένας πρέπει να φύγει, αλλά πού να αποχωριστεί τον άλλον; Όταν κρύβεσαι στο μπάνιο του και παίρνεις αγκαλιά το μπλουζάκι που φορούσε για να κρατήσεις λίγο ακόμα τη μυρωδιά του ή αρνείσαι επίμονα να κάνεις μπάνιο, για να μην απομακρυνθούν τα ίχνη του από το σώμα σου. Όταν αναρωτιέσαι αν στο μαξιλάρι του έμεινε κάτι απ’ τη δική σου μυρωδιά, που θα σε φέρει στο θυμικό του όταν ξυπνήσει…
Τι όμορφες οι μέρες που κανείς δεν πρέπει να φύγει…το ξύπνημα με φιλί χωρίς κανένας να ανησυχεί γιατί δεν πρόλαβε να πλύνει τα δόντια του, το γάλα με τα ανακατεμένα δημητριακά που σ’ έμαθε με το ζόρι να τρως, για να απαγκιστρωθείς απ’ τον καφέ που δεν σου χρησιμεύει σε τίποτα…κι αυτή η χαλαρή εξάντληση της νύχτας που έφυγε και του πρωϊνού που ήρθε και σας βρήκε μαζί. Όχι, μη βιάζεσαι να σηκωθείς, ούτε να ντυθείς και τι είναι αυτά που βάζεις στη μούρη σου, ορίστε κοιμήθηκες βαμμένη και τώρα θα χαλάσει το δέρμα σου! Τι τα θέλεις μωρέ παιδί μου αυτά, έχεις τόσο όμορφο δέρμα και τόσο όμορφα μάτια, δεν τα χρειάζεσαι! Και τα μαλλιά σου είναι πιο όμορφα σγουρά, ναι, έχω καταλήξει ότι τελικά σου πάνε περισσότερο άφτιαχτα μπουκλάκια – κι ας λες εσύ ότι μοιάζουν με ζούγκλα κάθε πρωί! Η πιο όμορφη γκρίνια, ένα νιρ-νιρ αγάπης και χουζουριού, να μοιράζεστε μικρές μεγάλες καθημερινότητες, στιγμές που φτιάχνουν ένα τόσο δα παζλ από σένα κι από κείνον…
Η δέσμευση
Έχει πολλά ονόματα. Άλλοι τη λένε «δεσμό», άλλοι τη λένε «δεσμά». Και στο ενδιάμεσο, «αφοσίωση», «προσήλωση», αλλά και ονόματα δύσκολα όπως η «κτητικότητα» ή η «ζήλια». Το απόλυτο δεν υπάρχει σε καμία απ’ τις δύο εκδοχές, αφού ναι, η αγάπη είναι έννοια που σε φτάνει στο πιο ψηλό σκαλί, χαρίζοντάς σου θέα στον πιο μακρινό ορίζοντα, όμως ποτέ δεν καταφέρνει να αποχωριστεί το εγωϊστικό φόρεμά της τελείως. Πάντα μέσα στην ψυχή σου θα υπάρχει εκείνο το «κίνητρο» που θα σου τρυπάει σαν ακίδα τη ροζαλιά καρδιά σου και θα σου λέει ότι τον θέλεις, την θέλεις κατάδική σου. Κι όσο κι αν έχουμε εκλογικεύσει το συναίσθημά μας κι έχουμε αποδεχτεί το γεγονός ότι κατάδικός μας δεν είναι κανείς, όλα είναι δανεικά, όλα είναι στιγμές, που έρχονται και παρέρχονται, υπάρχει πάντα αυτό το μικρό «ψηστήρι», μια φωνούλα ίδια με αυτήν που μας καλούσε όταν ήμασταν μικρά να κάνουμε τη ζαβολιά και να ανοίξουμε πριν την ώρα μας τα δώρα που ήταν κάτω απ’ το χριστουγεννιάτικο δέντρο, ένας διαβολάκος, που μας λέει ότι θέλουμε να μας σκέφτεται, να μας ονειρεύεται όταν λείπουμε, να μας αναζητάει όταν πάμε μακριά, να αναρωτιέται με ποιον είμαστε, να αποτελούμε λιγάκι το κέντρο του κόσμου του, γιατί έτσι θεωρούμε κι εμείς ότι αποτελεί το κέντρο του δικού μας σύμπαντος. Κι όσο κι αν λέμε ότι δεν επιζητούμε ανταπόδοση, ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος τελικά να τη ζητάμε, έστω και λίγο....
Κοινός δρόμος
Η καθημερινότητα είναι ένας σκληρός δρόμος, που δεν έχει μόνο φιλιά, αγκαλιές και ζεστά αγγίγματα. Έχει λογαριασμούς, σκληρά αφεντικά, κακοπληρωμένες και μίζερες δουλειές, νεύρα με τον γείτονα, χαλασμένο αυτοκίνητο, μία τηλεόραση που σου φτιάχνει πρότυπα ζωής που δεν μπορείς να προσεγγίσεις, παιδιά που κλαίνε γιατί είναι υγιή και δεν έχουν γεννηθεί άλαλα – ευτυχώς – γονείς, που δεν είναι πάντα αρκετά διακριτικοί, φίλους που είναι λιγάκι κουτσομπόληδες, πολύς ο κόσμος που μπαινοβγαίνει μέσα στον τόσο λίγο χώρο που υπάρχει ανάμεσα στους δύο.
Για να είναι κοινός ο δρόμος, πρέπει τα βλέμματα να στρέφονται προς την ίδια κατεύθυνση. Ακόμα κι αν οι διαδρομές δεν τέμνονται, σημασία έχει να είναι παράλληλες προς την ίδια κατεύθυνση, γιατί αν ο ένας κοιτάζει από τη μία μεριά κι ο άλλος απ’ την άλλη, τότε αναπόφευκτα τα βήματα θα ξεμακραίνουν κι ας νομίζουμε ψευδώς ότι βαδίζουμε παράλληλα…
Κι αν όλα πάνε καλά και τα βλέμματα είναι όντως παράλληλα, τότε αρχίζει μια άλλη μάχη, ένας αγώνας χωρίς τέλος. Με βασικό σου αντίπαλο μόνον έναν: Το χρόνο. Όταν ήδη έχει κυλήσει πολύ νερό στ’ αυλάκι, τόσο που πρέπει καθημερινά κάτι να κάνεις για να του αλλάζεις τη φορά, γιατί πολλοί που αγάπησαν, έπνιξαν την αγάπη τους στη βαρεμάρα μιας λίμνης, που αναζητούσε κουτά βότσαλα να της ταράξουν τα νερά. Εσύ να γίνεις το βότσαλο στη δική σου λίμνη…Εσύ να είσαι αυτό που θα θέλει πάντα να βλέπει ο άλλος όταν γυρίζει, να γίνεσαι καθημερινά ο λόγος που γυρίζει, να είσαι το καταφύγιό του κι εκείνος να είναι το λιμάνι σου κι όλα αυτά, ναι, σαν γροθιά στο μαχαίρι της κάθε μέρας… Αλλά τη γροθιά τη δίνεις και γίνεται ο άλλος η επουλωτική κρέμα που θα κλείσει αυτόματα την πληγή σου, μέχρι την άλλη μόλις μέρα, που θα χρειαστεί να την ξαναρίξεις… Ατέρμονος αγώνας, με τόσο μεγάλη ανταμοιβή… Πού τελειώνει; Δεν τελειώνει….ή ίσως τελειώνει δίπλα σ’ ένα τζάκι, έναν βαρύ χειμώνα, όταν μαζί θα κοιτάτε άλμπουμ από εκδρομές, γιορτές, σχολικές εκδηλώσεις, φατσούλες που φτιάξατε μαζί ή πάλι όχι, μικρά, τοσοδούλικα κομμάτια που φτιάχνουν μία ολόκληρη ζωή, όχι απαραίτητα ροζ, μα σίγουρα με όλο το Δίσκο του Νεύτωνα πάνω τους και λέγονται αναμνήσεις…Κι όταν ο ένας κοιμηθεί, ο άλλος θα του ρίξει τρυφερά μια πολύχρωμη, μαλακή κουβερτούλα κι όσο θα κοιμάται, θα πάει στην κουζίνα να φτιάξει ζεστό κακάο με γάλα, που θα τον περιμένει όταν ξυπνήσει να τον ζεστάνει και σίγουρα δεν θα γκρινιάζει, γιατί έχεις μάθει πια ότι ο καφές «δεν σου χρησιμεύει σε τίποτα» και είσαι η αγάπη του η παλιόγρια, που δεν χρειάζεται φτιασίδια για να έχει ένα όμορφο δέρμα και δύο λαμπερά μάτια να τον κοιτάζουν….και τι καλά, που δεν έχασες τελικά τον επίλογο!
Κι αν χρειαστεί, δρόμος χωριστός….
Όταν τα βλέμματα κοιτάζουν διαφορετικά ή ακόμα ακόμα όταν ο ένας απ’ τους δύο θέλει να ανοίξει τα φτερά του, να πετάξει, όταν η γη γυρίζει και τον προσκαλεί να χαρεί πολλές ομορφιές της, χωρίς η δική σου ύπαρξη να πρέπει απαραίτητα να τον συντροφεύσει στο ταξίδι ή όταν η καθημερινότητα πέφτει πολύ βαριά για τα όνειρα που ένας απ’ τους δύο ή και οι δύο είχαν για τον εαυτό τους, όταν έχει πάψει ο ένας για τον άλλον να είναι αυτό ακριβώς που πρέπει ή έχει πάψει «αγάπη να θυμίζει» ή ακόμα χειρότερα, όταν κάποιος δεν θέλει να γυρίζει, γιατί το σπίτι του δεν είναι το καταφύγιό του κι εσύ δεν είσαι το λιμάνι του, όταν το μόνο που θέλει είναι να αρπάξει το πιο κοντινό πλοιάριο και να τρέξει μακριά, γιατί θαρρεί πως η ζωή τον περιμένει και οι Σειρήνες τον έχουν ήδη τραβήξει, χωρίς να προλάβει να βάλει προστατευτικό κερί στ’ αυτιά του, τότε πρέπει να ξέρεις πώς να αφήνεις την αγάπη να φύγει….
Θυμάσαι εκείνη τη φωνούλα που σου φώναζε ότι αυτός ο άνθρωπος είναι δικός σου; Ε, τώρα πια αυτή η φωνούλα δεν είναι τόσο δυνατή κι αν έχεις όντως γεμίσει την καρδιά σου απ’ τη γαλήνη της αγάπης σου και τη σιγουριά της ευτυχίας που σου έχει ήδη χαρίσει για όσο διάστημα την είχες κοντά σου, αν είσαι γεμάτος από στιγμές, εικόνες, τότε αυτή η φωνούλα είναι που σου φωνάζει ότι ήρθε η ώρα να αφήσεις την αγάπη να φύγει…
Απλά, απαλά, έτσι όπως ήρθε, σαν αεράκι στη ζωή σου, χωρίς φωνές, χωρίς δάκρυα, χωρίς πομπώδεις αποχαιρετισμούς, απλά σαν να φεύγει να πάει στη δουλειά, σαν να είναι να γυρίσει κι ας ξέρεις ότι δεν θα ξαναγυρίσει.
Τότε θα ξέρεις ότι έφτασες στο πιο πάνω σκαλοπάτι της αγάπης, αυτής της ανεμόσκαλας που σ’ έχει φτάσει στ’ αστέρια…. Έχεις μάθει ν’ αγαπάς, δίνοντας ολόκληρο τον εαυτό σου, χωρίς να αφήνεις κομμάτι για σένα από φόβο, ξέρεις σαν τη συμβουλή που έδιναν οι παλιές μαμάδες στις κόρες τους: «Κράτα κρυφό ένα λογαριασμό και μάζευε, ποτέ δεν ξέρεις, να έχεις κάνει τα κουμάντα σου εσύ…».
Δεν χρειάζεται να έχεις κάνει τα κουμάντα σου, ο καθρέφτης σου δείχνει την ομορφιά που σ’ έχει γεμίσει αυτό που έζησες – όσο το έζησες, με τη γνώση ότι δεν ήταν δικό σου για πάντα ή ποιος ορίζει αυτό το «πάντα»;
Δεν χρειάζεται να βάλεις σε ζυγαριά πόσα πήρες ή πόσα έδωσες, αυτά είναι για εκείνους που δεν αγαπούν αρκετά, αλλά κλαίγονται στη μοιρασιά του καναπέ, του πιάτου ή της φριτέζας; Τι να την κάνω τη φριτέζα όταν χάνω τον μοναδικό λόγο που είχα ποτέ να φτιάχνω τηγανιτές πατάτες; Αφού εγώ δεν τις τρώω….
Σίγουρα πήρες κι εσύ. Κι αν όχι όσα έδωσες, τι σημασία έχει; Αν έχεις φτάσει σ’ αυτό το πιο ψηλό σκαλοπάτι της αγάπης, το μόνο που σε νοιάζει είναι να ζει η αγάπη σου καλά. Κι ας μην είσαι εσύ μέρος αυτού του καλά που της φτιάχνει τη ζωή….
Δεν θέλεις να της κλέψεις τον αέρα που την κάνει να αναπνέει, δεν θέλεις να της βουτήξεις την ελευθερία της, αφού δεν μπόρεσε να ανθίσει μαζί σου, θα πρέπει να ανθίσει σε άλλο έδαφος, αφού αυτός είναι ο προορισμός της...ν' ανθίζει. Βοήθησέ την, αφού το μπορείς. Ο μικρός εγωϊστικός εαυτός σου έχει πια κουραστεί ν' αγωνίζεται μπροστά σ' αυτόν τον γενναιόδωρο που υψώνεται μπρος του. Κι είναι μέσα σου και οι δύο....δικοί σου και οι δύο...
Το πιο σημαντικό μάθημα που πήρες, το πιο σημαντικό δώρο που πήρες είναι αυτή ακριβώς η αίσθηση, ότι αγαπάς κάποιον τόσο πολύ που αντέχεις να ζεις και χωρίς αυτόν. Είδες; Ξεπέρασες τον φθαρτό εαυτό σου….τώρα μπορείς επιτέλους να πάρεις κι εκείνο το δίπλωμα αυτοκινήτου που τόσο καιρό καθυστερείς;;;; Άντε….σιγά, σιγά…η ζωή έχει πολλές βόλτες κι είναι κρίμα να μην ξέρεις να οδηγείς…
Αγαπητό μου ημερολόγιο, μέτρησα τα σκαλοπάτια της αγάπης…και δεν έλειπε κανένα, τα ανέβηκα όλα, ένα-ένα, κουράστηκα όμορφα, αλλά είναι τόσο υπέροχη η θέα από δω πάνω, που σίγουρα, μα σίγουρα άξιζε τον κόπο….όποια διαδρομή κι αν διαλέξει τελικά η ζωή ή εμείς...

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου