Ο ΒΑΤΡΑΧΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΑΚΙ…
Μια φορά κι έναν καιρό…ακριβώς έξω από μία πόλη γκρίζα και σκοτεινή, σε μία χωμάτινη μικρή κοιλάδα, βρισκόταν μία λιμνούλα με λίγο θολερά νερά… Ήταν γεμάτη νούφαρα και πεσμένα φύλλα που τα έφερνε εκεί ο αέρας, κάθε φορά που φυσούσε, σκορπίζοντας τη λιγοστή προίκα από τα δέντρα της γκρίζας πόλης…. Έτσι, αν κοίταζε κανείς τη λιμνούλα, θα έλεγε πως το χρώμα της ήταν σκουροπράσινο, αν και δεν ήταν τίποτα άλλο από αντανάκλαση των φύλλων στον ήλιο….
Σ’ αυτή την πράσινη λιμνούλα ζούσε ένας κυρ-βάτραχος. Ήταν αστείος, με γουρλωτά μάτια και φωνή στριγκιά κι είχε μία τεράστια γλώσσα, που όταν ήταν πεινασμένος, την ξεδίπλωνε πολύ πολύ γρήγορα, ξεγελώντας τις φτωχές περαστικές μύγες, που γίνονταν το εύκολο γεύμα του, κολλώντας πάνω της.
Αυτός ο κυρ-βάτραχος είχε μία παράξενη ιστορία. Κάποιοι άνθρωποι της πόλης έλεγαν γι’ αυτόν ότι κάποτε – όταν η λίμνη ήταν πιο καθαρή και η κοιλάδα ήταν πιο ανθισμένη – δεν ζούσε μόνος του εκεί. Ήταν κι άλλοι βάτραχοι κοντά του, μάλιστα μία βατραχίνα του έκανε τα γλυκά μάτια κι εκείνος κορδωνόταν σαν γύφτικο σκεπάρνι κάθε φορά που εκείνη περνούσε δήθεν τυχαία, κάνοντας βαρκούλα της ένα νούφαρο…
Η λίμνη ήταν ζωντανή, γιατί τις Κυριακές έρχονταν απ’ την πόλη – που τότε δεν ήταν τόσο γκρίζα ακόμα - οικογένειες με παιδιά και κάνανε πικ νικ, δίπλα στην όμορφη ακτή της. Ο τόπος γέμιζε φωνές και γέλια και όλος αυτός ο χαρούμενος συνωστισμός δεν άδειαζε παρά μόνο όταν νύχτωνε στα γερά. Κι όταν η νύχτα έδιωχνε τους εκδρομείς και τα νερά ησύχαζαν κι ασήμωναν κάτω απ’ το φεγγάρι, τα βατραχάκια έσμιγαν όλα μαζί και κουσκούσευαν για όλα όσα είχαν δει τη μέρα που πέρασε. Κι όταν δεν άντεχαν άλλο το κουτσομπολιό, ένα έπαιρνε την κιθάρα του και τους τραγουδούσε μέχρι να νανουριστούν όλα και να γύρουν πάνω στα φυλλώματα για ύπνο…
Όμως, τα καλοκαίρια που πέρασαν απ’ τα μάτια του βάτραχου της ιστορίας μας, του πήραν τους αγαπημένους του συντρόφους. Η πόλη που γίνονταν κάθε μέρα και πιο γκρίζα, στερούσε το οξυγόνο απ’ την πράσινη κοιλάδα, που αργά – αργά μετατράπηκε σε μία χωμάτινη μάζα με πολλά σκουπίδια. Και έτσι πια, τα βατραχάκια που μεγαλώνανε, αναζητούσαν μια καλύτερη τύχη και φεύγανε για συγγενείς που ξέρανε ότι είχαν αφήσει σε άλλα μέρη, πιο καθαρά.
Μια μέρα, έφυγε κι η όμορφη βατραχίνα, ακολουθώντας έναν βάτραχο-δανδή, που της έταξε ότι θα την πάει λέει κοντά στη θάλασσα! Μα ήξερε άραγε τι είναι η θάλασσα; Και ο βάτραχος της ιστορίας μας, με βουλιαγμένη τότε την καρδιά, δεν είχε όρεξη πια να πάει πουθενά, δεν ήθελε να ακούει τους συντρόφους του να ετοιμάζουν μεγάλα ταξίδια, ήθελε να τον αφήσουν μόνο κι έρημο, να κλάψει στην ησυχία του τη χαμένη του αγάπη. Κι όταν πια είχε φύγει κι ο τελευταίος του σύντροφος, τότε εκείνος τράβηξε κοντά του το νούφαρο-βαρκούλα της αγαπημένης του κι έκλαψε πάνω του προσπαθώντας να ξαναβρεί τη μυρωδιά της, ενώ ταυτόχρονα ορκιζόταν πως δεν θα επέτρεπε ποτέ, σε καμία μυρωδιά να τον συγκινήσει πια.
Από τότε, πέρασαν πολλά καλοκαίρια πάνω απ’ τη λιμνούλα του. Εκείνος έμαθε να ζει μόνος και δίχως επισκέπτες, αφού ήταν τόση η μυρωδιά των σκουπιδιών, που πια τα κυριακάτικα πρωϊνά κανείς δεν ερχόταν εκεί για πικ νικ. Ξέχασε πώς είναι ο ήχος απ’ την ανθρώπινη φωνή ή απ’ τα γέλια των παιδιών, έγινε σκουντούφλης και μούρτζουφλος και στο μόνο που έβρισκε πια ευχαρίστηση ήταν να γκρινιάζει και να παραπονιέται για τα πεσμένα φύλλα μέσα στη λίμνη.
- Είναι το 14ο φύλλο που πέφτει σήμερα εδώ μέσα! Πάλι μέσα στη βρώμα μου το κάνανε το σπίτι! Αναφωνούσε κάθε φορά που ο αέρας του έφερνε έναν απρόσκλητο πράσινο «επισκέπτη», σαν να ζήλευε, αφού πράσινος ήταν κι αυτός...
Ένα σούρουπο, εκεί που κοιμόταν αμέριμνος σ’ ένα σκιερό τεράστιο φύλλο που έγερνε με χάρη στη λίμνη, χορτάτος γιατί είχε προλάβει να εκδικηθεί δύο τόοοοσες δα αλογόμυγες που τόλμησαν να αναμετρηθούν μαζί του, ακούει μία φωνή:
- Τι είναι εδώ; Θεέ μου, μάλλον έχω χαθεί!
Ο κυρ-βάτραχος πετάγεται τρομαγμένος. Τι ήταν τούτο πάλι; Ένα πλάσμα που δεν είχε ξαναδεί και δεν ήξερε από τι ήταν φτιαγμένο, είχε το θράσος να περιδιαβαίνει τη δική του λίμνη! Το σπίτι του! Ε, μα θα τού ’δειχνε τώρα!
- Τι είσαι εσύ και τι θέλεις στο σπιτικό μου;
Ξαφνιασμένο γύρισε το πλάσμα και τον κοίταξε, όμως ο κυρ-βάτραχος δεν κατάφερε το σκοπό του. Το πλάσμα τον κοιτούσε χαμογελαστά και διόλου δεν τον είχε φοβηθεί…
- Α, ένας βάτραχος! Καλησπέρα σας, κύριε βάτραχε. Είμαι το Παραπονάκι και χάθηκα σ’ αυτή τη λίμνη. Έρχομαι απ’ τη διπλανή πόλη, ξεμάκρυνα μάλλον από την παρέα των δικών μου και τώρα φοβάμαι πως είναι πολύ αργά για να με αναζητήσουν πια. Άλλωστε, πού θα με βρούνε, αφού κανείς δεν υποψιάζεται πως ήρθα κατά δω. Βλέπετε, μου αρέσει να σκέφτομαι πολύ και συνήθως χαζεύω βολτάροντας, με αποτέλεσμα να ξεχνιέμαι! Τι κακό! Και τώρα; Τι θα κάνω τώρα; Υπάρχει κανένας τρόπος να φύγω από δω; Μπορείτε να μου δείξετε το δρόμο;
Ο κυρ-βάτραχος σάστισε. Δεν του είχε τύχει ποτέ ξανά κάτι τέτοιο. Ένα πλάσμα που ΔΕΝ ήταν άνθρωπος, ΔΕΝ ήταν μύγα, ΔΕΝ ήξερε τι ήταν! Είχε ένα σχήμα περίεργο και δύο μάτια που ήταν τα πιο μεγάλα που είχε δει ποτέ του. Ήταν ροζ και γαλανό. Τον κοιτούσε και του χαμογελούσε, δεν τον φοβόταν καθόλου και είχε το θράσος να του ζητήσει και οδηγίες για να φύγει από τη δική του λίμνη! Αμ’ τ’ άλλο; Πώς να του τις δώσει τις ρημάδες τις οδηγίες, αφού ο ίδιος δεν είχε φύγει ποτέ από αυτή τη λίμνη! Τι πρόβλημα! Θα το αγρίευε για να μάθει. Τι θα έκανε στο τέλος; Θα φοβόταν και θα έφευγε. Μα είναι νύχτα και πού θα πήγαινε; Ε!, ποιος σκοτίζεται; Στο κάτω-κάτω δικό του πρόβλημα ήταν! Να μην χάζευε! Κι άκου όνομα: «Παραπονάκι»! Τι σόϊ όνομα ήταν αυτό; Όχι, όχι, όχι, θα το αγρίευε! Αυτό θα ήταν το καλύτερο….
- Άκου να σου πω, Παραπο…κάτι ή όπως αλλιώς σε λένε. Κοίτα να φύγεις από δω! Κι όσο για το δρόμο, πάρε ευθεία τη δημοσιά και κάπου θα σε πάει! Πάντως, να μου αδειάζεις τη γωνιά και γρήγορα! Άντε, γιατί νύχτωσε και θέλω να κοιμηθώ! Με ενοχλείς!
- Μα, σας παρακαλώ, κύριε βάτραχε! Είμαι μόνο μου κι είναι νύχτα και φοβάμαι να φύγω. Μήπως θα μπορούσατε να με φιλοξενήσετε; Μόνο γι’ απόψε. Αύριο πρωί-πρωί θα φύγω και δεν θα σας ξαναενοχλήσω. Αλλά απόψε, δεν έχω πού να πάω! Κι οι δικοί μου είναι τόσο μακριά!
- Δεν θέλω να ακούσω κουβέντα! Με ενοχλείς. Αλλά τέλος πάντων, επειδή δεν θέλω να νομίζεις ότι είμαι κι αφιλόξενος κι επειδή είναι νύχτα πια, σου επιτρέπω να ξαπλώσεις εκεί κάτω, αρκεί να μην ακούσω ξανά τον ήχο της φωνής σου! Κι αύριο με το πρώτο φως έχεις φύγει, τ’ ακούς;
Τι να κάνει το Παραπονάκι; Τον είδε έτσι θυμωμένο, αν και δεν καταλάβαινε γιατί να είναι τόσο αγενής απέναντί του, αφού αυτό του μιλούσε τόσο ευγενικά και το έπιασε το παράπονο! Εμ δεν το είχανε βαφτίσει τυχαία έτσι! Αλλά πάλι, τι νόημα είχε να του ζητήσει εξηγήσεις; Ο κύριος βάτραχος ήταν τόσο θυμωμένος μαζί του που δεν θα του έλεγε, ό,τι και να έκανε. Κι έτσι, παρά τη μεγάλη του στεναχώρια, που ήταν ανάμικτη με απορία και μην έχοντας πράγματι τρόπο να φύγει από εκεί που ένιωθε πως ήταν ανεπιθύμητο, το Παραπονάκι, προσπάθησε να βρει μεγάλα φύλλα να ξαπλώσει και ευχόταν να το πάρει γρήγορα ο ύπνος για να ξεχάσει την κακή του τύχη. Σκέφτηκε πως κι αύριο μέρα είναι για να τα βάλει με τον εαυτό του και την αφηρημάδα του που έχασε το δρόμο και τα βλεφαράκια του βάραιναν τόσο απ’ τη νύστα…. Βρήκε επιτέλους ένα μέρος να ξαπλώσει, αλλά πάνω που έλεγε να κοιμηθεί, ο φόβος του πλημμύρισε την ψυχή. Όλο σκιές έβλεπε γύρω-γύρω! Τι να κάνει τώρα; Θα έπρεπε να ξαναζητήσει τη βοήθεια του βατράχου. Κακό πού'παθε το καημένο! Αλλά, κάποια πράγματα σ' αυτή τη ζωή ζυγίζουν περισσότερο κι έτσι, το Παραπονάκι έκανε την ανάγκη φιλοτιμία...
- Σας παρακαλώ, κύριε βάτραχε, μπορώ να ξαπλώσω εδώ κοντά σας, έτσι για παρέα; Η λίμνη είναι πολύ σκοτεινή και τρομάζω μ’ όλες τούτες τις σκιές. Δεν θα σας πιάσω πολύ τόπο, δεν θα κάνω φασαρία, απλά να μην φοβάμαι.
Ο κυρ-βάτραχος ένιωσε τα μάτια του να πετιούνται απ’ τις κόγχες του! Τι θράσος που είχε αυτό το πράγμα! Και τώρα τι; Του ζητούσε να έρθει και πιο κοντά του; Σαν να μην έφτανε που ήταν αρκετά μεγαλόψυχος ώστε να του επιτρέψει να κοιμηθεί στο ίδιο του το σπίτι, τώρα πρέπει να ανεχτεί και την παρουσία του δίπλα του; Και πόσο δίπλα δηλαδή θα ήταν αυτό; Ώχου! Κακό μπελά βάλαμε στο κεφάλι μας!
Όμως, αυτή τη φορά, ο κυρ-βάτραχος δεν φώναζε πια. Ίσως γιατί καταλάβαινε ότι το Παραπονάκι δεν είχε έρθει εκεί να του κάνει κακό, ίσως γιατί έβλεπε πως όσο και να φώναζε, εκείνο δεν τον φοβότανε, απλά γούρλωνε τα τεράστια μάτια του με απορία, τέλος πάντων, εντάξει, ίσως δεν ήταν και τόσο κακό τελικά. Άσε που είχε περάσει πολύς καιρός απ’ την τελευταία φορά που κάποιος βρισκόταν στη λίμνη του και κατά βάθος, ο κυρ-βάτραχος, που είχε ξεχάσει πόσο καλή ήταν η δική του ψυχή, είχε κι αυτός ανάγκη από τη συντροφιά του ή έστω απ’ την αλλαγή…
- Ξάπλωσε εδώ δίπλα μου και άσε με επιτέλους να κοιμηθώ, του είπε σοβαρά, αλλά αυτή τη φορά, η φωνή του δεν ήταν τόσο στριγκιά…
- Σας ευχαριστώ, κύριε βάτραχε, είπε το Παραπονάκι και ξάπλωσε ευχαριστημένο.
Έλα όμως που τα ματάκια του τώρα δεν έκλειναν πια. Χάζευε λοιπόν το Παραπονάκι τ’ αστέρια πάνω στον καθαρό καλοκαιρινό ουρανό και τα μέτραγε. Και ξεχνώντας ότι ο κυρ-βάτραχος ήταν εκεί δίπλα του, το Παραπονάκι μονολόγησε:
- Αστέρι, αστεράκι μου, που τώρα πέφτεις απ’ τον Ουρανό, δείξε μου το δρόμο μου να ξαναβρώ τους δικούς μου και φύλαγε τον κυρ-βάτραχο από κάθε κακό, γιατί αν δεν ήταν αυτός, τώρα δεν θα είχα πού να πάω!
Και ξεστομίζοντας αυτά, θυμήθηκε ότι δεν ήταν μόνο του το Παραπονάκι. Ωχ, τι είχε κάνει το άμυαλο! Ώφου, τι θα άκουγε τώρα απ’ τον κυρ-βάτραχο που του χάλασε την ησυχία!
Αλλά ήταν πλέον αργά, ο βάτραχος το είχε ακούσει. Όμως, τι παράξενο! Δεν μίλησε, δεν είπε τίποτα, γύρισε απ’ την άλλη πλευρά κι έκανε τον κοιμισμένο. Και τον έκανε, γιατί απλά δεν είχε τι να πει! Γιατί πρώτη φορά στα τόσα καλοκαίρια που είχαν περάσει απ’ τη λίμνη του, άκουγε κάποιο άλλο πλάσμα, που δεν ήταν καν σύντροφός του βάτραχος, που δεν ήταν η αγαπημένη του άπιστη βατραχίνα, να εύχεται κάτι για εκείνον. Ο καημένος ο κυρ-βάτραχος, δεν είχε γνωρίσει κανέναν που να τον συμπεριλαμβάνει στην προσευχή του και να ζητάει απ’ τα αστέρια να τον φυλάνε…
Και αυτό το έκανε ένα ξένο, περαστικό Παραπονάκι, που δεν του ήταν απολύτως τίποτα, που δεν του πρόσφερε τίποτα, παρά μόνο γκρίνια και απότομη συμπεριφορά, που δεν του έτεινε καν ένα φύλλο – απ’ τα τόσα δικά του – για να κοιμηθεί! Τι παράξενος αυτός ο κόσμος! Πάνω που είσαι σίγουρος ότι αποκλείεται να είναι και καλός!
Η νύχτα έπεσε βαριά πάνω στα βλέφαρα και των δύο περίεργων «συντρόφων», που κοιμήθηκαν δίπλα – δίπλα, χωρίς να μιλήσουν καθόλου. Ένα Παραπονάκι με την καρδιά γεμάτη ευγνωμοσύνη, ήρεμο ότι δεν κινδύνευε από κανένα κακό, αφού είχε τον κυρ-βάτραχο να το προστατεύει και ένας κυρ - βάτραχος με μια καρδιά ξαφνιασμένη, γιατί κάποιος νοιάστηκε γι’ αυτόν, χωρίς εκείνος να το ζητήσει, γιατί πήρε χωρίς να δώσει τίποτα και γιατί μοιραζόταν το σπίτι του, τη λίμνη του, με κάποιο άλλο πλάσμα που βρήκε σ’ αυτήν καταφύγιο….
Κι όπως γίνεται πάντα στις ιστορίες όπου η μέρα διαδέχεται τη νύχτα, έτσι ξημέρωσε πάνω στην πράσινη λίμνη. Και οι δύο αναγκαστικοί συγκάτοικοι ξύπνησαν κι αναπήδησαν τρομαγμένοι ο ένας απ’ τη θέα του άλλου, γιατί μέσα στον ύπνο τους όλα αυτά έμοιαζαν με όνειρο και είχαν ξεχάσει πώς βρέθηκαν εκεί. Αλλά αυτό κράτησε στιγμιαία μόνο και μετά άρχισαν να γελούν κι οι δυο μαζί. Το ένα γέλιο δεν άργησε να φέρει το άλλο, η μια κουβέντα την άλλη και σύντομα κατάλαβαν ότι ένα Παραπονάκι κι ένας κυρ-βάτραχος μπορούν να γίνουν φίλοι άμα θέλουν.
Ο παράξενος κυρ-βάτραχος διηγήθηκε στο αφηρημένο Παραπονάκι την ιστορία του, του μίλησε για όλους τους συντρόφους που έχασε, για την άπιστη βατραχίνα του που τον εγκατέλειψε για μία «θάλασσα» λέει, συντροφιά με κάποιον δανδή, για όλα τα καλοκαίρια που τον βύθισαν στη σιωπή του. Και το Παραπονάκι, τον άκουγε σαστισμένο, γιατί έβλεπε πως ο καημένος ο κυρ-βάτραχος, ενώ έδειχνε σκληρός, απόμακρος και τραχύς, τελικά, ήταν πιο φοβισμένος απ’ αυτό! Όταν κάποτε τελείωσε τη διήγηση, το Παραπονάκι του είπε:
- Σ’ ευχαριστώ που μου τα είπες όλα αυτά, όμως νομίζω ότι τώρα είναι πια η ώρα να φύγω. Οι δικοί μου θα με ψάχνουν παντού κι αν κάτσω ακόμα λίγο θα νυχτώσει και πάλι. Όμως θα ξανάρθω, γιατί τώρα πια εμείς οι δύο είμαστε φίλοι…
Ο κυρ-βάτραχος δεν ήθελε να φύγει το Παραπονάκι, γιατί τώρα πια είχε ανοίξει την καρδιά του και είχε μοιραστεί μαζί του όλα εκείνα που τόσο καιρό τον κρατούσαν απομονωμένο στην άκρη της πράσινης λίμνης. Τώρα ήθελε να μοιραστεί μαζί του όσο το δυνατόν περισσότερα πράγματα, δεν ήθελε να είναι πια μόνος. Στη διάρκεια της μέρας, ο κυρ-βάτραχος είχε θυμηθεί κάτι σημαντικό: Πώς να χαμογελάει!
Όμως τι να έκανε; Πώς μπορούσε να κρατήσει το Παραπονάκι εκεί, αφού όντως, είχε δίκιο, το περίμεναν οι δικοί του. Θα ήταν άδικο γι’ αυτό, όταν είχε μία ολόκληρη ζωή να το περιμένει εκεί έξω. Εξάλλου, τι παραπάνω είχε να του προσφέρει πέρα από μία πράσινη κρύα λίμνη; Αχ, κυρ-βάτραχε, πόσα πράγματα έχεις ξεχάσει πέρα απ' το να χαμογελάς! Πόσα σου στέρησε η μοναξιά της λίμνης σου! Δεν σ' έμαθε ότι δεν μπαίνουνε ποτέ σε ζύγι αυτά που παίρνουμε μ' αυτά που δίνουμε, γιατί βαραίνουν διαφορετικά για τον καθένα και πάντα υπάρχουν πράγματα να δώσουμε, κρυμμένα σε σημεία που ποτέ δεν είχαμε σκεφτεί!
Ο κυρ-βάτραχος κρύφτηκε για άλλη μία φορά πίσω απ' την τυπικότητά του και κάνοντας τη φωνή του λίγο πιο στριγκιά απ' ότι συνήθως, είπε:
- Να πας. Χάρηκα που τα είπαμε. Κι αν ποτέ ξαναξεχαστείς με τις σκέψεις σου, πέρασε από δω να με δεις. Εγώ δεν φεύγω ποτέ, είμαι ο φύλακας της λίμνης. Αν δεν έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις, θα χαρώ να σε δω…
Και λέγοντας αυτά, του γύρισε την πλάτη, αγκάλιασε εκείνο το παλιό νούφαρο-βαρκούλα κι άρχισε να κάνει βόλτα στο πιο μακρινό μέρος της λίμνης.
Το Παραπονάκι έμεινε να τον κοιτάζει απορημένο. Ναι, οι δικοί του το περίμεναν, όμως πάλι δεν ήθελε να αφήσει τον καινούργιο του φίλο ολομονάχο. Κι εκείνος όμως, δεν έδειξε να θέλει να το κρατήσει πολύ πολύ, ήταν μάλλον «στεγνός» όταν το αποχαιρετούσε, οπότε πώς θα μπορούσε να του επιβάλει την παρουσία του και δεύτερη νύχτα; Κι αν πάλι φώναζε όπως την προηγούμενη; Κι έτσι, γύρισε κι αυτό να φύγει. Πήρε τη δημοσιά, προσπαθώντας να βρει το δρόμο προς τους δικούς του. Και δεν γύρισε πίσω να κοιτάξει τον κυρ-βάτραχο να ξεμακραίνει στη λιμνούλα, γιατί το Παραπονάκι λυπόταν στ’ αλήθεια που τον άφηνε, αλλά φοβόταν στ’ αλήθεια και να μείνει… Ήταν τόσο απρόβλεπτος ο κυρ-βάτραχος!
Η μέρα έκανε τον κύκλο της και πάλι. Ο κυρ-βάτραχος γύρισε κουρασμένος απ’ τη βόλτα του στη λίμνη, ξάπλωσε σ’ ένα φύλλο πάνω, αλλά δεν ήταν πεινασμένος πια. Δεν ήθελε ούτε καν να τρομάξει τις μύγες που πετούσαν γύρω-γύρω, έτοιμες να γίνουν το επόμενο πιάτο του…Ξάπλωσε στο φύλλο και σκεφτόταν τη ζωή του. Όλα εκείνα που ήθελε, τα ταξίδια που δεν έκανε, τους συντρόφους που δεν ακολούθησε, τη βατραχίνα που τον έκανε τόσο καιρό να θρηνεί, αλλά που ποτέ δεν παρακάλεσε ένα αστέρι να τον έχει καλά και το μικρό Παραπονάκι, με το γαλανό βλέμμα, που τον κοιτούσε με μάτια γουρλωμένα, αλλά χαμογελαστό, χωρίς να φοβάται την τραχιά όψη του…
Ο ύπνος του βάρυνε και πάλι τα βλέφαρα και πάνω εκεί που κοιμόταν, ακούει μια φωνούλα να λέει:
- Σας παρακαλώ, κύριε βάτραχε, μπορώ να ξαπλώσω εδώ κοντά σας, έτσι για παρέα; Η λίμνη είναι πολύ σκοτεινή και τρομάζω μ’ όλες τούτες τις σκιές. Δεν θα σας πιάσω πολύ τόπο, δεν θα κάνω φασαρία, απλά να μην φοβάμαι….
Ο κυρ-βάτραχος νόμιζε ότι το είδε στον ύπνο του και πετάχτηκε ταραγμένος. Κι όμως, το Παραπονάκι ήταν εκεί, δίπλα του.
- Τι κάνεις εσύ εδώ, Παραπο…τέτοιο; Δεν έφυγες να βρεις τους δικούς σου; Γιατί ξαναγύρισες;
- Ήρθα γιατί εδώ άφησα έναν φίλο που είναι για μένα πολύ σημαντικός. Που με έβαλε στο σπίτι του, με άφησε να κοιμηθώ κοντά του και φρόντισε να μην φοβάμαι. Δεν με κέρασε φαγητό, δεν μου πρόσφερε φύλλο για μαξιλάρι, αλλά μου άνοιξε ένα παράθυρο το πρωί και κρυφοκοίταξα μέσα απ’ την καρδιά του. Έτσι, κατάλαβα ότι ήμουν κι εγώ σημαντικό για εκείνον. Ήρθα λοιπόν να τον ξαναβρώ. Και δεν θα ξαναφύγω πια, γιατί αυτή η λίμνη θέλει καθάρισμα για να γίνει όμορφη όπως ήταν παλιά και η ακτή συμμάζεμα, για να ξανάρθει κόσμος κάποτε εδώ και πώς θα τα κάνεις όλα αυτά μόνος σου;
- Χμ! Και δηλαδή τώρα πώς το βλέπεις αυτό να λειτουργεί;
Γκρίνιαξε ο κυρ-βάτραχος, μα στο βάθος των ματιών του έβλεπε κανείς πως ήταν ευχαριστημένος κι ας μην το παραδεχόταν….
- Όλα θα γίνουν σιγά – σιγά…
…του είπε το Παραπονάκι και δίνοντάς του το χέρι του ξάπλωσε στο διπλανό φύλλο για να κοιμηθεί κοντά του….
- Για αρχή, θα σε μάθω να λες το όνομά μου σωστά: Με λένε Παραπονάκι σου….

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου