Το Παραπονάκι γράφει έκθεση: Πώς πέρασα το καλοκαίρι

by 15.9.14 0 σχόλια
Καλησπέρα σας!
Ένα Παραπονάκι σας εύχεται καλή σχολική χρονιά!

Εναλλακτικά, όχι με το «Όταν πηγαίναμε μαζί σχολείο», αλλά με το «Its raining men», που ήταν αυτό που πραγματικά ευχόμασταν όταν πηγαίναμε μαζί σχολείο κι είναι μια ευχή που μας ακολουθεί ακόμα, ίδια και απαράλλακτη.
Κάποια πράγματα, δεν αλλάζουν ποτέ!
Είμαι η Εύα Τσαροπούλου και ο CR RADIO με φιλοξενεί για τέταρτη συνεχή χρονιά στο διαδικτυακό του αέρα. Η ιστορία μας ξεκινάει από παλιά, τόσο παλιά, φαντάσου, όταν ακόμα εγώ ήμουν μία μικρή θεατρομέλισσα, μέχρι σήμερα, που ο CR έγινε ένας σπουδαίος σταθμός, που τρέχει για την κορυφή, χωρίς στάση κι εγώ έγινα…Παραπονάκι!

Αυτή τη φορά, σε νέα μέρα και ώρα, κάθε Παρασκευή, έξι με οκτώ το απόγευμα, θα είμαστε μαζί, απ’ τη συχνότητα του CR RADIO, να λέμε τα σώψυχά μας, οπότε περιμένω τα δικά σας παραπονάκια, μικρά και μεγάλα στο e-mail paraponaki@paraponaki.gr

Αρχή λοιπόν της νέας σχολικής χρονιάς κι όπως κάθε χρόνο, όταν πηγαίναμε μαζί σχολείο, τουλάχιστον για τα πρώτα επτά σχολικά μου χρόνια, η πρώτη έκθεση που γράφαμε όλοι έφερε τον εξαιρετικά πρωτότυπο τίτλο «πώς πέρασα το καλοκαίρι». Μια συνήθεια, την οποία τήρησαν ευλαβικά, όλοι οι πολλοί καλοί, αλλά χωρίς καθόλου φαντασία δάσκαλοι που είχα ως παιδί! 
Ε, δεν μπορείς να τα έχεις κι όλα!



Το Παραπονάκι λοιπόν, επιλέγει σήμερα μερικές παλιές αναμνήσεις καλοκαιρινών διακοπών, όχι όπως αυτές εκφράστηκαν μέσα απ’ τις σελίδες παιδικών εκθέσεων, αλλά όπως τις διηγήθηκε σε φίλους, συμμαθητές και συμμαθήτριες, την πρώτη μέρα κάθε νέας σχολικής χρονιάς.
Θυμάστε, εκεί που σε έπιανε ένα άγχος τι θα φορέσεις, πώς θα σε δούνε τα παιδιά, αν έχεις μαυρίσει αρκετά το καλοκαίρι, αν πάχυνες ή αδυνάτισες, αν τα μαλλιά σου στάχυσαν στον ήλιο, αν έχει φύγει το κακάδι απ’ το άσχημο πέσιμο που είχες κάνοντας την πρώτη σου επιδέξια βουτιά από τα βραχάκια…τέτοια.
Όταν ξαφνικά γυρίζεις πίσω, φτιάχνεσαι, στολίζεσαι και πας, για να διαπιστώσεις ότι ο Γιαννάκης, που τον είχες αφήσει 1.10 τον Ιούνιο, έχει φτάσει ξαφνικά το 1.70 μέχρι τα μέσα του Σεπτέμβρη, άσε που δεν τον γνωρίζεις καθόλου, έτσι όπως έφυγαν από πάνω του όλα εκείνα τα μπιμπίκια μέσα σε μια νύχτα. Κι εκεί που δεν ήθελες ούτε ματιά να του ρίξεις, ξαφνικά βλέπεις έναν Γιαννάκη και λες «Hello», για να σε δω καλά εσένα!

Θυμάμαι ότι οι πρώτες μου τέτοιες εκθέσεις ήταν εκθέσεις γεγονότων. Έγραφα πάντα καλές εκθέσεις, αλλά έχω να σας πω ότι τα…γεγονότα ήταν από μόνα τους καλύτερα!
Περνούσα τα καλοκαίρια μαζί με τις ξαδέλφες μου, σ’ ένα σπίτι που νοικιάζανε όλα τ’ αδέλφια μαζί και στέλνανε τα παιδιά – εμάς δηλαδή- μαζί με τη γιαγιά τρεις μήνες διακοπές! 
Ταραζότανε ολόκληρη η Κορινθία, γιατί εκεί κάπου στηνόταν το σκηνικό των διακοπών μας, προκειμένου να είμαστε κοντά στην Αθήνα και να έρχονται τα Σαββατοκύριακα να μας βλέπουνε. 
Κιάτο, Βραχάτι, είχαμε και μια Λούτσα δυο χρονιές συνέχεια, Αρτέμιδα λέει την λένε τώρα και τρομάζουμε να τη βρούμε κάθε φορά που πάμε, τέλος πάντων.

Φτιάχναμε κάτι χαμινοπαρέες, που ξαμολιόμασταν μόλις χάραζε ο Θεός τη μέρα με τα ποδήλατα και μαζευόμασταν μόνο όταν πεινούσαμε το μεσημέρι κι αυτό για να φάμε στο πόδι και να ξαναφύγουμε επειδή μας περίμεναν τα «παιδιά». Μετά, μας ξανάβλεπες όταν είχε πέσει το μαύρο σκοτάδι.

Ήμασταν καμιά 25αριά αγοροκόριτσα θυμάμαι, πάνω κάτω ίδιες ηλικίες, όμως σ’ αυτές τις ηλικίες αυτό το πάνω κάτω έχει διαφορά. Ήμουνα τότε 13. 

Εγώ έκανα παρέα με τη Μαρία, δύο χρόνια πιο μεγάλη από μένα, η οποία κάποτε έγινε και κουμπάρα μου και μετά το "κάποτε", χωρίσαμε για πάντα. Βλέπεις, ακόμα και οι πιο μεγάλες φιλίες δεν είναι για χόρταση...

Μου άρεσε η Μαρία, φορούσε σχεδόν πάντα μία τζιν βερμούδα κι είχε σγουρά μαλλιά ως τον ώμο. Ήταν πάντα της μικροκαμωμένη και γελαστή. Όμως όταν μπορούσε να διαλέξει την Άννα, την κόρη της κυρά Νίτσας – κολοπετσωμένης Βραχατιώτισσας, τι κακιά γυναίκα ακόμα τη θυμάμαι- η Μαρία με άφηνε εμένα, για να πάει μαζί της! 

Βλέπεις, η Άννα ήτανε 16, ντυνότανε προκλητικά και έβγαινε με αγόρια, οπότε η Μαρία είχε «άλλα» θέματα να συζητήσει μαζί της, που είχανε πιο ενδιαφέρον. 

Ενώ εγώ μπούας κανονικός, κλειστή και σαν παιδί, δεν μιλούσα πολύ – μην κοιτάτε τώρα που δεν βάζω γλώσσα μέσα μου – το μυαλό μου ήτανε στο ποδήλατό μου, άντε ίσως κι εμένα στον Γιωργάκη, τον αδελφό της Κατερίνας, αλλά δεν ήξερα τι ακριβώς είχα στο μυαλό μου τότε γι'αυτόν, πάντως σίγουρα δεν ήταν το ίδιο που είχε η Άννα. 
Οπότε, μικρότερο το ενδιαφέρον για τη Μαρία, που στα 15 της, οπωσδήποτε είχε πιο πολλά να πει με την Άννα. Τώρα που το θυμάμαι, την καταλαβαίνω βέβαια, τότε όμως γινόμουν θηρίο, γιατί η Άννα μου έκλεβε τη φιλενάδα μου.
Άσε που προαλειφόταν για γυναίκα δηλητήριο και έκανε τα γλυκά μάτια και στον Γιώργο, κάνοντάς με κάθε φορά να αφρίζω, να παίρνω το ποδήλατό μου και να τρώνε τη σκόνη μου στο χωμάτινο μονοπατάκι που οδηγούσε στα σπίτια μας. Κακό που τους έκανα!

Για να την εκδικηθώ την Άννα –αυτήν και όλο της το σόϊ- οργάνωνα παροιμιώδεις κλεφτοαποστολές της χαμινοπαρέας στην έρμη τη συκιά της μάνας της! Ντυμένη το βράδυ η συκιά, τσίτσιρη το πρωί. Και να φωνάζει η κυρά Ντίνα απ’ το κακό της. Χρόνια μετά, όταν παντρεύτηκα, η πεθερά μου έμοιαζε στην κοψιά με την κυρά Ντίνα! Και τη λέγανε Ντίνα κι εκείνη, να ’ναι καλά η γυναίκα όπου είναι. Είδες; Καμιά φορά η ζωή όλα στα έχει ζωγραφίσει από πριν, εσύ δεν έχεις μάτια να δεις τον πίνακα! Τέλος πάντων, άλλο θέμα αυτό….

Έσκουζε η κυρά Ντίνα και την πλήρωνε η Άννα, που η μάνα της την τάραζε στις τσιμπιές και την ξεσκούλιαζε, γιατί νόμιζε ότι έρχονταν οι «αγαπητικιοί» και κλέβανε τα σύκα της. Και το «φτου σου μωρή» έδινε κι έπαιρνε κι εγώ, η ήσυχη, κλειστή Παναγίτσα γέλαγα από μέσα μου χουχουχου, αλλά απέξω δεν κούναγα ούτε βλέφαρο, άντε να με συνδέσεις μετά με το έγκλημα! 

Ε, ναι, λοιπόν, τέτοια είμαι!

Για να ξέρετε και τα ξετελέματα του καθενός μας, η Άννα στα 18 της παντρεύτηκε, διότι ήταν όντως λιγάκι πορτογύρα κι αυτά στα χωριά δεν τα σηκώνουνε! Έτσι, έμαθα έναν χειμώνα, ότι την παντρέψανε άρον-άρον με έναν άσχημο Κορίνθιο γορίλλα, επειδή την είδανε στα μπουζούκια μαζί του και τρέξανε και τα προλάβανε της μάνας της και η κυρά Ντίνα, αφού την καταχέριασε, μετά τη στεφάνωσε κιόλας γρήγορα-γρήγορα, για να μην πει το χωριό πως η κόρη της χήρας ήτανε «τρύπια»! 

Σκηνές του ΄50 σε μία πόλη, γιατί κοτζάμ πόλη ήταν το Βραχάτι, στα μέσα του ΄80. Τότε, για πρώτη φορά τη λυπήθηκα την καημένη την Άννα και στεναχωριόμουν για τις καζούρες που της έκανα. Κανείς δεν αξίζει μια τέτοια «τιμωρία» έλεγα τότε, θεωρώντας έναν τέτοιο γάμο με αυτόν τον γορίλλα φριχτό για ένα 18χρονο κορίτσι, όποιο κι αν ήταν αυτό. Η Άννα έμοιαζε λίγο με μπαμπουίνο βέβαια, αλλά αυτό δεν ήταν αρκετός λόγος για να παντρευτεί χιμπατζή!

Χρόνια αργότερα, έμαθα ότι η Άννα όταν πήρε τον Κορίνθιο χιμπατζή της ήταν παρθένα. Αλλά αυτό άντε πες το στην κυρά –Νίτσα, που προτιμούσε να πάει η κόρη της απ’ τ’ άδικο, παρά να τηνε ξεφωνήσει το χωριό. Αθάνατη ελληνική επαρχία (όχι ότι μόνο σε σένα συμβαίνουνε)…

Ήταν που λέτε, ωραίες οι στιγμές που πέρναγα όταν είχα τη Μαρία μοναχή μου. Κολυμπούσαμε κάθε Σαββατοκύριακο μόνο, ξέρετε εκείνα τα χρόνια οι γονείς μας δεν μας άφηναν για μπάνιο τις μέρες που έλειπαν εκείνοι, γιατί η γιαγιά δεν ήξερε κολύμπι και δεν μπορούσε να μας παρακολουθήσει. Έτσι, μπανάκι είχε μόνο το Σαββατοκύριακο.

Τότε λοιπόν, εγώ ξανοιγόμουνα με τη Μαρία, που ήξερε ήδη μπάνιο χωρίς βατραχοπέδιλα, ενώ εγώ ακόμα τα φορούσα. Κι όσο κολυμπούσαμε μιλούσαμε για βιβλία, μιλούσαμε για γαλλικά –η Μαρία είχε τρέλα με τα γαλλικά- ήξερα το Method dOrange απέξω και όλο «Ου ε Φιλίπ; Ιλ ε λα!», «Κομόν τι τ’απέλ; Ζε μ’απέλ Εβά» και άλλα τέτοια…

Δεν μιλούσαμε για αγόρια, γιατί μια φορά είχα τολμήσει κάτι να τη ρωτήσω για το Γιώργο και γέλασε κι εγώ από τότε δεν της ξαναμίλησα γι’ αυτόν. 

Αλλά η Μαρία ήξερε τόσα από τέχνη, ζωγράφιζε κιόλας η ίδια τόσο όμορφα! Κρίμα, ποτέ δεν πήγε στην Σχολή Καλών Τεχνών, έγινε λογίστρια τελικά, αλλά κάποτε έκανε μια έκθεση δική της και τότε ήμουνα τόσο περήφανη γι’ αυτήν…

Εγώ δεν σκάμπαζα τίποτα από Τέχνη – ακόμα στο ίδιο επίπεδο βρίσκομαι, δεν έχουν αλλάξει πολλά από τότε, ούτε από μουσική σκάμπαζα, τώρα είμαι λίγο καλύτερα σ’ αυτό, βέβαια, αλλά τότε ήμουν παιδί του Λουντέμη, ξέρετε εκείνο που μέτραγε τα άστρα.

Το περίεργο με μένα ήταν που, ενώ ήμουν τόσο κλειστό παιδί, στον κόσμο μου χανόμουν με τις ώρες, είχα ένα τετράδιο κι έγραφα, από τότε μολύβιαζα τον τόπο, αλλά τότε σαν να έγραφα πολύ σοβαρά πράγματα, πολύ σπουδαία ή έτσι νόμιζα τουλάχιστον, ήμουν όμως και χαμινοκόριτσο, με τα ποδήλατά μου κι έκανα παρέα πολύ με τα αγόρια. Κυνηγητό και μήλα μέχρι να λιώσουμε απ’ τον ιδρώτα! Κι από κρυφτό; Οι καλύτερες κρυψώνες του Βραχατίου έχουν σκαλισμένο το όνομά μου! 

Τόσα χρόνια μετά, ακόμα αναρωτιέμαι πως γίνεται να υπάρχει αυτός ο συνδυασμός σε έναν μόνον άνθρωπο! Κι αν δεν ήμουν εγώ να με ξέρω, θα έλεγα πως ήμουν ο δρ. Τζέκυλ κι ο μίστερ Χάϊντ ταυτόχρονα! Μάλλον όμως δεν ήμουν τίποτα απ’ τα δύο, απλώς βίωνα την πεζή κατάσταση της προεφηβείας κι όλα έδειχναν τεράστια και τα ένιωθα βουνό!

Τέλος πάντων, κάποτε στο γυμνάσιο, ένας φιλόλογός μου ζήτησε να του πάω αυτό το τετράδιό μου να το διαβάσει. Το πήγα και δεν το πήρα ποτέ πίσω κι ακόμα κλαίω όλα εκείνα τα σπουδαία που είχα γράψει, ώρες καθισμένη στον περιβόητο μώλο του Βραχατίου! Ευτυχώς δεν θυμάμαι πόσο σπουδαία ήταν ή και τι ήταν ακριβώς, γιατί έχω και την έννοια μην τα δω πουθενά δημοσιευμένα με το όνομά του και χάνω τόσα χρόνια τα δικαιώματα απ’ τις πωλήσεις! Χα, ξέρεις πόσα είναι αυτά, καλέ κυρία;;;

Απ’ το ένα θέμα στο άλλο σας πετάω, αλλά σάμπως έτσι δεν γίνεται με τις αναμνήσεις; Ξεκινάς από τον τελευταίο γκόμενο και καταλήγεις στον παππού σου, όταν ήσουν τεσσάρων….

Τι θυμήθηκα τώρα! Όχι τόσο σχετικό με διακοπές, αλλά ήταν καλοκαίρι…και φυσικά πρωταγωνιστής ήταν ο παππούς μου!

Ο παππούς μου, σχεδιαστής υποδημάτων παρακαλώ, όχι κανένας τυχαίος άνθρωπος, ομορφάνδρας, λάτρευε το θέατρο. Εκείνα τα χρόνια στην Κρήτη, δεν υπήρχαν χρήματα για περιττά, όμως ο παππούς μου είχε δικό του θεωρείο στο θέατρο και κάθε φορά που είχε παράσταση, φορούσε το καλό του το ψαθάκι και κατηφόριζε…

Τη γιαγιά μου δεν την ήθελε μαζί, γιατί ήταν λέει όμορφη και θα του την κλέβανε! Ξέρετε τι ζηλιάρη παππού είχα; Ήταν όμορφη όντως η γιαγιά μου, αυτή η ίδια γιαγιά, που μας έπαιρνε πολλά χρόνια αργότερα, τέσσερα κορτσούδια και μας πήγαινε διακοπές τρεις μήνες.

Ξανθιά, κατάλευκη, αφράτη σαν τα γάλατα, με κόκκινα χείλη και γαλανά μάτια και με μάγουλα εκείνο το ροζ της υγείας που πια στις μέρες μας, πρέπει να απευθυνθείς στην Εστέλ Λόντερ για να στο πετύχει και αν…

Ο παππούς, που λέτε, όταν γεννήθηκα εγώ, στην Αθήνα πια έκανε μεγάλα γλέντια! Ήμουν το πρώτο του εγγόνι κι ήμουν και κορίτσι και με λάτρευε! Πέθανε νωρίς ο καημένος, στα 59 του χρόνια. Νωρίτερα όμως, τον είχαν χτυπήσει κάτι ξεγυρισμένα εγκεφαλικά, που του είχαν αφήσει κουσούρι στο περπάτημα. Στη μνήμη μου έρχεται μόνο με πατερίτσες. Όμως τα καλοκαίρια μου, μικρό πολύ μικρό κοριτσάκι, ούτε ξεπεταρούδι ακόμα, ήταν γεμάτα από τη μυρωδιά του παγωγού κακάο, που μου έφερνε ο παππούς μου.

Τα καλοκαιρινά μεσημέρια στην Αθήνα, ο παππούς πήγαινε στο καφενείο που ήταν δίπλα στο σπίτι. Ένα τετράγωνο πιο κάτω και στη γωνία της Λάρνακος, που μέναμε τότε. Ήταν το καφενείο του Τάσου και καθόταν εκεί απ’ τις τέσσερεις ως τις έξι περίπου ο παππούς, μιλώντας με τους άλλους. 
Ρολόϊ ακριβώς ο παππούς, έξι η ώρα νταν, ήξερα ότι γυρίζει και κάθε μα κάθε μέρα είχε στην τσέπη του (γιατί κρατούσε τις πατερίτσες και δεν μπορούσε να το κρατάει) ένα μικρό τόσο δα κυπελάκι από παγωτό κακάο για το «Ευουλιώ» του. 
Εγώ λοιπόν, που είχα το προσωπικό μου λιχούδινο ρολόϊ ήξερα ότι γυρίζει και κάθε μέρα την ίδια ώρα, με κατέβαζε η μαμά μου στην είσοδο κι εγώ έτρεχα τον κατήφορο προς τον παππού που εκείνη την ώρα ανηφόριζε σιγά-σιγά. Εκείνος πάντα με κοιτούσε και γέλαγε. Πού είναι; Πού είναι; Έλεγε κι εγώ, έψαχνα στις τσέπες του παντελονιού του, διότι ήξερα ακριβώς πού ήταν το παγωτάκι μου. Πιστεύετε ότι μέχρι σήμερα έχω ακόμη τη μυρωδιά του κακάο στη μύτη μου; Και τώρα που σας μιλώ, το μυρίζω! Είναι η μυρωδιά του αληθινού κακάο, την οποία ποτέ ξανά δεν έχει μυρίσει, πουθενά αλλού.

Ο παππούς μου έφυγε μια μέρα πριν το καλοκαίρι που περιμέναμε να γεννηθεί η πρώτη μου ξαδέλφη. Είχε προλάβει να καμαρώσει το Ευουλιώ και τη Λενιώ του, όλα τ’ άλλα που ήρθαν μετά δεν τα πρόλαβε…

Ίσως την απουσία του παππού μου να μην την καταλάβαινα τόσο, αν δεν ήταν η απουσία του παγωγού που, από τότε, λείπει απ’ τη ζωή μου…



Ένα από κείνα τα καλοκαίρια τα «διπλά», ξέρετε, που νοικιάζαμε το σπίτι ολοχρονίς, το περάσαμε στην Αρτέμιδα, που τότε λεγόταν ακόμα «Λούτσα»!
Πρέπει τότε να ήμουν δύο χρόνια μεγαλύτερη, ε, τότε που ξεκίναγα κι εγώ να ασχολούμαι με τ’ αγόρια, με τον τρόπο που η φίλη μου η Μαρία ασχολιόταν με την Άννα.

Παρένθεση: Με τη Μαρία διατηρούσα επαφή και το χειμώνα, αν κι εκείνη έμενε Πετρούπολη κι εγώ Πατήσια και τότε, δεν ήτανε τα πράγματα τόσο απλά, όσο το παίρνω το λεωφορείο και πάω, η κυκλοφορία δεν επιτρεπόταν ελεύθερη σ’ αυτές τις ηλικίες.

Τότε λοιπόν, στα χρόνια της Λούτσας, είχα κι εγώ τις πρώτες «επίσημες» - ο Θεός να τις κάνει εμπειρίες με το άλλο φύλο. Πλατωνικές βέβαια, διότι μικρά εξακολουθούσαμε να είμαστε, αλλά πάντως το ενδιαφέρον ήταν ζωηρό.

Ήμουν πάντα το πολύ κλειστό παιδί που είχαμε αφήσει πριν δύο καλοκαίρια, στο οποίο άρεσε πολύ το κολύμπι. Μεγαλύτερη ούσα απ’ τις άλλες αδελφοξαδέλφες, η γιαγιά με άφηνε πια να κολυμπάω μόνη μου κι εγώ λάτρευα το μεσημεριανό κολύμπι, τότε που όλοι γυρνούσαν στο σπίτι τους να φαρμακώσουνε φαγάκι, καθάριζε η πλαζ κι εγώ μπορούσα να ξαπλώσω με την άνεσή μου στον ήλιο (που δεν έκαιγε τότε) και να διαβάσω το βιβλιαράκι μου.

Ένα απ’ αυτά τα μεσημέρια λοιπόν κι ενώ όλη η πλάση είχε ησυχάσει, αποφασίζω να μπω στο νεράκι. Ξέρετε στη Λούτσα, ξεκινάς σήμερα μπαίνοντας στο νερό και περπατάς δυο χρόνια μέχρι να φτάσεις κάπου που δεν πατάς, το αυτό κι έκανα!

Όσο περπατούσα λοιπόν, ο θόρυβος από δύο πιτσιρικάδες που έπαιζαν μ’ ένα κίτρινο μπαλάκι του τένις μου κίνησε την προσοχή, μέχρι που το μπαλάκι αποφάσισε να προσγειωθεί δίπλα στη μέση μου, την άβρεχτη μέχρι εκείνη την ώρα μέση μου και να με πιτσιλίσει, κάνοντάς με να πεταχτώ πάνω, ξέρετε σ’ αυτή την αυθόρμητη κίνηση που αναπηδάς ρουφώντας την κοιλιά και σηκώνοντας τους ώμους ψηλά, αναφωνώντας «ωχ!» και σιγοβρίζοντας (αλλά να μην σε πάρουνε χαμπάρι, γιατί είσαι και κορίτσι με ανατροφή).

Μέχρι σήμερα δεν έχω πειστεί ακόμα ότι το μπαλάκι δεν πετάχτηκε επίτηδες προς τη μεριά μου, το ίδιο κι ο ένας εκ των δύο πιτσιρικάδων, Γιώργος το όνομα – μάλλον με κυνηγούσε αυτό το όνομα τα καλοκαίρια μου – τον άλλον πάλι ούτε που τον θυμάμαι καθόλου.

Έρχεται λοιπόν ο Γιώργος, μου πιάνει την κουβέντα – μάλλον τα ήθελε κι εμένα ο απαυτός μου – και το επόμενο που θυμάμαι είναι να τσιτσιριζόμαστε απ’ τον ήλιο, αλλά κανείς να μην φεύγει, μένοντας μέσα στο μεσημέρι και κουβεντιάζοντας ούτε που θυμάμαι για τι…

Το μόνο που θυμάμαι ήταν τα δάχτυλα των χεριών του, λεπτά δάχτυλα με έντονους κόμπους, τόσο ροζ, υπέροχα χέρια! Δεν έχω ξαναδεί όμοιά τους από τότε, παρά μόνο στον ίδιο, πάλι, όταν ξανασυναντηθήκαμε τόσα πολλά χρόνια μετά…

Εκείνο το καλοκαίρι κι αφού αποδείχτηκε ότι μέναμε στο ίδιο σπίτι πάνω – κάτω, το περάσαμε σ’ ένα ροζ συννεφάκι. Εγώ με μίνι ροζ φουστίτσες, έκανα την ωραία κι εκείνος, όλη μέρα, για να βρίσκεται κάτω απ’ το μπαλκόνι μου, έπλενε το αυτοκίνητο του πατέρα του με οδοντόβουρτσα, για να μην τελειώνει γρήγορα. Βέβαια, ο καημένος τσάμπα κόπο έκανε, αφού κάθε μα κάθε φορά, μετά το πλύσιμο του αυτοκινήτου, έπιανε βροχή! Τι τα θες! Κάθε φορά που τον βλέπαμε να πλένει το αμάξι, ξέραμε ότι μετά θα βρέξει! Και δεν μας διέψευσε ποτέ!

Όταν ανοίξανε τα σχολεία, γυρίσαμε στην Αθήνα. Ο Γιώργος, δυο χρόνια πιο μεγάλος, έφευγε με το ποδήλατο απ’ το Γουδί που έμενε και ερχόταν στο σχολείο μου στα Πατήσια να με δει, λίγο μα τόσο λίγο, αφού εγώ έπρεπε απ’ το σχολείο να γυρίσω τρέχοντας σπίτι γιατί η μάνα μου κρατούσε ρολόϊ. Τις μπαγαποντιές μου πάντως τις έκανα και τον Γιώργο τον έβλεπα…

Αυτά έχουν οι παιδικοί, πλατωνικοί έρωτες! Είναι δυνατοί και μένουν απωθημένοι, αλλά γι’ αυτούς είσαι έτοιμος να κάνεις τις μεγαλύτερες θυσίες…

Εκείνα τα δύο καλοκαίρια στη Λούτσα, εκτός απ’ τον Γιώργο, είχαν πάλι ποδήλατο και παρέες. Στέκι μας ήταν το δασάκι δίπλα στην κεντρική εκκλησία της περιοχής, το οποίο έχει ακόμα αυτή τη χαρακτηριστική μυρωδιά του πεύκου και του κουκουναριού. Το έδαφος, γεμάτο πευκοβελόνες, αποτελούσε έναν μαγικό κόσμο, πάνω στον οποίο χτίζαμε υποτιθέμενα  σπιτάκια με μεγάλες πέτρες που βρίσκαμε τριγύρω. Εκεί βάζαμε τα όρια στο βασίλειό μας και φροντίζαμε να τα στολίζουμε με ό,τι βρίσκαμε που μπορούσε να χρησιμεύσει ως οικιακό σκεύος ή βάζο με λουλούδια ή πετρούλες χρωματιστές, πάντως παίζαμε τις καλές νοικοκυρές που ανέμεναν τσι κύρηδές τους, ανακατεύοντας το φαγάκι τους σε ανύπαρκτες κατσαρόλες…

Απίστευτες σκηνές για τόσο μεγάλα παιδιά, που από τη μία παίζανε ακόμα τις κουμπάρες κι απ’ την άλλη γάμπριζαν με το ένα τους μάτι, αντιλαμβανόμενα ότι με μία ροζ φουστίτσα μπορούσαν να κατακτήσουν όλα αυτά που τότε σηματοδοτούσαν τη «γη» τους…

Τα βραδινά στη Λούτσα ήταν καλύτερα όμως. Εκεί, μετά το φαγητό, μαζευόμασταν όλη η οικογένεια στο σπίτι. Τώρα πια, η Λούτσα ήταν δίπλα στην Αθήνα και οι θείοι έρχονταν κάθε μέρα σπίτι μετά τη δουλειά. Εμένα οι γονείς μου είχαν χωρίσει, οπότε ο θείος μου ήταν ο «αναπληρωματικός» μου μπαμπάς, καλύτερος ίσως κι από μπαμπάς. Ο Ηρακλής και οι γυναίκες του, έτσι έλεγε η γειτονιά, αφού ήμασταν τέσσερις εμείς και μία η θεία μου πέντε και μία η γιαγιά έξι! Κι όταν πήρανε σκυλί κι αυτό θηλυκό ήτανε! Η Νέρα! Ο Ηρακλής και οι γυναίκες του λοιπόν, τα βράδια κάθονταν να δούνε τηλεόραση στη βεράντα του σπιτιού εκείνου.

Ακόμα θυμάμαι τη βραδιά που όλοι μαζί είδαμε «Το σπίτι με τα πνεύματα», μια ταινία ασπρόμαυρη, ένα θρίλερ για γερά νεύρα, που το μόνο που έδειχνε ήταν κάτι που άκουγες και δεν το έβλεπες ποτέ, αλλά ήταν πιο τρομαχτικό απ’ το δολοφόνο με το πριόνι! Εννοείται ότι κάθε θόρυβος που ακουγόταν, μας έκανε να αναπηδούμε ουρλιάζοντας, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή, η γειτονιά να διαμαρτυρηθεί κι ο Ηρακλής μας μάζωξε μέσα, μπας και γλιτώσει το αυτόφωρο ο καημένος…

Τέτοια κι άλλα τέτοια του κάναμε του καημένου, αλλά ποτέ δεν παραπονέθηκε για καμία από μας.

Ήταν κι εκείνο το καλοκαίρι στον Ωρωπό. Πάλι με τη γιαγιά και τις ξαδέλφες, το λούνα πάρκ «Τα αηδονάκια» και τους Dire Straits σε επανάληψη σε κάθε γύρο απ’ τα αυτοκινητάκια. Sultans of Swing και σχεδόν πάντα κερδίζαμε μία μάρκα για έναν έξτρα γύρο στα αυτοκινητάκια.

Το σπίτι μας ήταν ισόγειο και έβλεπε στο δρόμο. Περνούσαν λοιπόν από κάτω οι «υποψήφιοι» γαμπροί με κάτι μηχανάκια γουρουνίτσες. Ήτανε κάτι αγόρια δίμετρα, διότι βλέπεις, μεγαλώναμε εμείς, αλλά μεγαλώνουνε κι αυτά τα σκασμένα!

Κι η γιαγιά μου, έτρωγε καρπούζι και τους πέταγε τα κουκούτσια, κάνοντας εμένα και τις αδελφοξαδέλφες μου να κρυβόμαστε από ντροπή…κάθε φορά που τρώγαμε τέτοιο ρεζίλεμα!

Τι να κάνει κι εκείνη όμως; Τέσσερεις κόρες είχε κι έπρεπε να προστατεύσει την τιμή τους! Κι έτσι νόμιζε ότι την προστάτευε!

Ε, ότι μπορεί ο καθένας…. Καημένη μου γιαγιά Ελένη! Είχε μπλέξει και με μας, ήμασταν ωραία κοριτσάκια η αλήθεια, τότε ήμασταν, οπότε πώς να μην μας κυνηγάνε!



Το καλύτερο απ’ όλα τα καλοκαίρια όμως, ήταν εκείνο που η μαμά μου πήρε εμένα και την αδελφή μου σ’ ένα μεγάλο τουρ, που ξεκινούσε από Σαντορίνη, περνούσε στην Κρήτη και κατέληγε στον Κάλαμο!

Φτάσαμε ξημερώματα στη Σαντορίνη με μία πτήση συμφορά! Νομίζω ότι ήταν η πρώτη φορά που έμπαινα σε αεροπλάνο, αλλά ευτυχώς κοιμόμουν, αφού στη Περίσσα φανταστείτε, φτάσαμε κι ήταν μόλις πέντε και μισή το πρωί! Κοιμηθήκαμε λιγάκι κι είπαμε μετά να πάμε για μπάνιο σε εκείνες τις κατάμαυρες παραλίες…

Χμ, μαύρες ναι, αλλά γιατί; Δεν ήταν μόνο η άμμος που ήταν μαύρη εκεί, ήταν και οι ακρίδες που είχαν έρθει απ’ την Αφρική! Ήταν «παρκαρισμένες» κανονικά πάνω στα χωράφια, στους δρόμους –μόνο στην αμμουδιά δεν πολυπλησίαζαν- κι όταν έκανες ένα βήμα σηκώνονταν μιλιούνια ψηλά, κρύβοντας τον ήλιο! Τι πάθαμε την πρώτη φορά που σηκώθηκε ένα τέτοιο ασκέρι, να μην σας πω! Εγώ ούρλιαζα λέγοντας στη μαμά μου να φύγουμε με την επόμενη πτήση – πάντα λεοντόκαρδη!

Η αδελφή μου αδιάφορη, πάντα αναίσθητο ήταν αυτό το παιδί! Κι η μάνα μου να μου λέει, εντάξει εντάξει, θα φύγουμε, κάτσε να κάνουμε ένα μπάνιο τουλάχιστον. Εκεί να δεις τρέλα! Μαύρα, βαθιά νερά, σκοτεινά, που είχαν μόνο ένα καλό: Λιποδιάλυση φίλοι μου! Θυμάμαι το πείραμα που κάναμε, βάλαμε μία αλογόμυγα σε ένα άδειο μπουκάλι από coca cola, το οποίο γεμίσαμε θαλασσινό νερό. Δεν έμεινε τίποτα απ’ την αλογόμυγα! Μα τίποτα!

Τέλος πάντων, εκείνο το σιχαμερό πρωϊνό με τις ακρίδες λοιπόν, γνωρίσαμε μία τεράστια παρέα, από Γερμανούς, Καναδούς και Έλληνες και ήμασταν περίπου 25 άτομα που περνούσαμε μέρα νύχτα, 15 μέρες τρώγοντας και πίνοντας μαζί! Πού λόγος να φύγουμε μετά! Όλη μέρα στη θάλασσα, όπου μυήθηκα στα μυστικά του topless! Η λιποδιάλυση απ’ τη μία, ένα ροδάκινο όλη μέρα απ’ την άλλη, χορός το βράδυ στη ντίσκο, είχα γίνει κορμάρα! Μέχρι το βουνό ανέβηκα μεταξύ Περίσσας και Καμαρίου, μόνη μου με μια κοπελιά, την Εύα, η οποία ήταν κομμουνίστρια, υπάλληλος του ΟΤΕ – πώς συμβιβάζεται αυτό δεν ξέρω, η οποία μου έδωσε να διαβάσω απ’ το Αλφαβητάρι του Κομμουνισμού μέχρι το Κεφάλαιο του Μάρξ. Στη Σαντορίνη τα διάβασα, να ξέρετε!

Δεύτερος σταθμός, η Κρήτη. Σαντορίνη – Κρήτη με τον πορτοκαλί ήλιο, ένα πλοίο που ήταν τότε ήδη παλιό και ικανό για μέχρι επτά μποφώρ, σε υποτιθέμενη διαδρομή τεσσάρων ωρών!

Εννέα ήταν τα μποφώρ και κοντέψαμε να πνιγούμε. Ο Πορτοκαλής Ήλιος, μετά απ’ αυτή τη διαδρομή αποσύρθηκε για παλιοσίδερα, ενώ δεν θα ξεχάσω ποτέ έναν κύριο, που δίπλα μας ξερνοβολούσε συνέχεια και έτρωγε μετά από κάθε εμετό μία κόκκινη μακαρονάδα. Την έτρωγε, την έβγαζε, μετά ξανάτρωγε, ξανάβγαζε, και πάλι απ’ την αρχή. Του λέει η μάνα μου: Αμάν, άνθρωπέ μου, τι το τρως αφού σε πειράζει; Και της απαντάει: Τρώω για να έχω κάτι να βγάζω!!!

Φτάσαμε στην Κρήτη, γενέτειρα της μάνας μου, πάλι ξημέρωμα ήταν, αυτή η εμμονή να ταξιδεύουμε νυχτιάτικα, ποτέ δεν την κατάλαβα. Όταν βγήκαμε πια απ’ το πλοίο, μας περίμενε ο θείος της με το αυτοκίνητο. Εκεί, μόλις η μαμά μου μας παρέδωσε στα χέρια του, λιποθύμησε! Τόσο είχε ζοριστεί μέσα στο πλοίο απ’ τη φουρτούνα, αλλά και τι να κάνει η καημένη με δύο παιδιά κι έναν τρελό δίπλα να ξερνοβολάει; Μείναμε στην Κρήτη 10 μέρες. Δέκα μέρες κουνιόμουνα κάθε φορά που έπεφτα στο κρεβάτι μου!

Από τότε δεν αγαπώ πια τα πλοία…δεν αντέχω το κούνημα, ζω ένα δράμα κάθε φορά που μπαίνω…

Ήταν εκείνο το πρώτο μου καλοκαίρι στην Κρήτη, να γνωρίζω τα μέρη που γεννήσανε την μάνα μου και την οικογένειά της, ένα νησί για το οποίο νιώθω περήφανη σαν να είναι δικό μου…

Μέρες που κύλησαν με συγγενείς, περιηγήσεις στην Κνωσό και τη Φαιστό, αφού η θεία μου ήταν ξεναγός απ' τις καλύτερες, μπάνια στην Αγία Γαλήνη, στην Ιεράπετρα, όπου υποσχέθηκα κάποτε να πάω να πεθάνω…τόσο το αγάπησα αυτό το μέρος κι είναι ακόμα μπροστά στα μάτια μου. 
Λευκή άμμος, η πιο γαλάζια θάλασσα, ένα γυαλί μέσα στο οποίο βυθίζεσαι και χάνεσαι…

Επόμενη στάση: Το τότε σπουδαίο και τρανό KALAMOS BEACH στον Κάλαμο. Γεμάτο ξένους τουρίστες, όμορφο μέρος, γεμάτο δραστηριότητες για μας. Τι τένις, τι ντίσκο (εκεί πρωτόπαιζε το τραγούδι της έναρξής μας), τι βόλεϊ, τι πισίνα! Είχε απ’ όλα κι εμείς με μια ευκολία στις παρέες.

Εκεί γνωριστήκαμε με τον Φαμπρίτσιο Ντέντε, ένα παιδί από την Ούντινε της Ιταλίας. Έκανε διακοπές με τους γονείς του, το μικρό του αδελφό κι ένα σκυλάκι που είχανε. Η μητέρα του μια εξαιρετικά όμορφη γυναίκα και τα παιδιά της κουκλιά και τα δύο.

Φαμπρίτσιο Ντέντε, βία Μαρτινιάκο 2002, Ούντινε, ακόμα θυμάμαι τη διεύθυνσή του, που μου την έδωσε για να του στείλω γράμματα που δεν του έστειλα ποτέ…

Άντε τώρα εσύ να τα γράψεις όλα αυτά στην έκθεση! Σ’ ένα καλοκαίρι μέσα είχες ζήσει διακόσια πράγματα μαζί κι άλλωστε ποιον στ’ αλήθεια ενδιέφερε αν εγώ τσιτσιριζόμουνα κάτω απ’ τον ήλιο μιλώντας με τον Γιώργο;  Αν έγραψα ποτέ στον Φαμπρίτσιο ή αν τα σπιτάκια που έφτιαχνα από πευκοβελόνες γκρεμίζονταν στον αέρα; Εκείνοι μόνο το μαύρισμα έβλεπαν…


Όταν τέλειωσαν αυτά τα «παιδικά» καλοκαίρια άρχισαν τα άλλα, εκείνα που πλέον περνούσα με τους φίλους μου. Είχα πια μεγαλώσει πολύ, τελείωσα το σχολείο, δούλευα κιόλας κι έτσι τα καλοκαίρια ήταν πια δική μου επιλογή και λόγω δεν είχα να δώσω σε κανέναν, αφού δεν έγραφα πια έκθεση με αυτόν τον τίτλο, τον πεζό…

Τότε πια έγραφα μόνη μου γι’ αυτά, σ’ ένα ημερολόγιο που δεν έμαθα ποτέ τι απέγινε – ένα περίεργο πράγμα, κανένα γραπτό μου δεν έζησε για να μας αποδείξει αν ήμουνα καλή ή όχι…

Καλοκαίρια σε νησιά λοιπόν, με φίλους κι αγαπημένους. Εκεί η Μαρία έπαιζε και πάλι σημαντικό ρόλο στη ζωή μου, αφού πια στις διακοπές μας πηγαίναμε μαζί. Τώρα πια είχαμε και τους καλούς μας, α, αργότερα τους παντρευτήκαμε κιόλας! Όμως, η παρέα είχε μεγαλώσει, αφού υπήρχαν φίλοι απ’ το πανεπιστήμιο ή απ’ τις δουλειές μας, μετέπειτα κουμπάρια μας με διάφορους τρόπους.

Ένα απ’ αυτά τα καλοκαίρια, τ’ αγόρια, φοιτητές ακόμα, για να βγάλουνε χρήματα να έρθουνε μαζί μας, πήγαιναν και δούλευαν σε κάτι χωράφια με πευκοβελόνες. Τα καθαρίζανε. Μη με ρωτήσετε πού βρέθηκαν τα χωράφια με τις πευκοβελόνες μέσα στην Αθήνα, αλλά πάντως βρέθηκαν και μας είχαν εξασφαλίσει διακοπές στη Νάξο και στην Πάρο. Με τα παπάκια φυσικά. Ξεκινήσαμε έξι άτομα να πάμε με τα μηχανάκια, σε μία Νάξο που ακόμα είχε αμμόδρομους. Ούτε θυμάμαι πόσες φορές πέσαμε απ’ τα παπάκια σε εκείνες τις διακοπές.

Εκείνο που θυμάμαι ήταν το πρώτο βράδυ που φτάσαμε στον Άγιο Προκόπιο. Η Μαρία και ο καλός της θα μένανε σε κάμπινγκ, εμείς οι άλλοι είχαμε κλείσει δωμάτια. Έλα μου όμως, που κάποιο λάθος είχε γίνει και υπήρχε μόνο ένα διαθέσιμο για το πρώτο βράδυ και μάλιστα σ’ ένα ημιυπόγειο στο φρεσκοχτισμένο ξενοδοχείο, με ένα μοναδικό διπλό κρεβάτι! Ούτε καν δύο μονά! Έπρεπε λοιπόν να κοιμηθούμε και οι τέσσερεις πάνω σ’αυτό! Εκεί να δεις γέλια! Ο καλός μου δεν μπορούσε να κοιμηθεί στη μέση, επίσης το ίδιο και η φίλη μου η Ελένη, ώστε να κοιμηθούν ή δύο άντρες στη μέση ή δύο γυναίκες. Έτσι κοιμηθήκαμε σε μία διάταξη: Ελένη, καλός της, Εύα, καλός της. Κάτι που με έφερνε εμένα αγκαλιά με τον μετέπειτα κουμπάρο μου, εξαιρετικό παιδί κι απ’ το μαγευτικό Αγρίνιο. Κοιμηθήκαμε κουταλάκια όπως καταλαβαίνετε για να χωρέσουμε, με τον καλό μου να μου έχει κάνει κεφαλοκλείδωμα, κρατώντας με σφιχτά πάνω του, μην και συμβεί καμιά συμφορά νυχτιάτικα! Τι γέλιο είχα κάνει τότε…ας είναι καλά, μετά τον παντρεύτηκα κιόλας, έτσι είναι αυτά ή που τα σκοτώνεις μικρά ή που τα παντρεύεσαι!

Κι ήταν κι εκείνα τα καλοκαίρια, που περνούσαμε ζευγάρια πια στο εξοχικό του καλού μου. Καλεσμένοι οι κουμπάροι πλέον Ελένη και Κώστας, σ’ ένα εξοχικό δίπλα στις γραμμές του τρένου. Κάθε φορά που πέρναγε το τρένο, σειόταν το σπίτι, κάνοντάς μας να πεταγόμαστε –μέχρι να το συνηθίσουμε.
Ένα βράδυ, ένα μολυντήρι τόλμησε να ανέβει στο σαγρέ τοίχο του δωματίου μας. Τότε η Ελένη, ουρλιάζοντας ξεσήκωσε τον Κώστα απ’ το κρεβάτι, οπλίζοντάς τον μ’ ένα σκουπόξυλο για να πολεμήσει το μολυντήρι που είχε εγκατασταθεί μόνιμα πάνω στα κοφτά κουρτινάκια που είχε φτιάξει η πεθερά μου. Του τραβάει τα σκεπάσματα και του φωνάζει: Σήκω παιδί μου, καιγόμαστε!
Ο καημένος ο κουμπάρος ήταν με το σώβρακο και της λέει: Αμάν ρε Ελένη, μπορεί να ήμουν γυμνός, πώς κάνεις έτσι; Για να πάρει την απάντηση: Έλα παιδί μου τώρα, σιγά το θέμα, εσένα θα είχαν το νου τους να δούνε τα παιδιά ή να δούμε πώς θα φάμε το μολυντήρι;
Ναι, λέει ο Κώστας, ο μεγάλος αντίπαλος, το μολυντήρι! Θα μας φάει στον ύπνο μας…

Τέλος πάντων, ευτυχώς, ο Κώστας και η Ελένη είναι ακόμα μαζί, τόσα μολυντήρια μετά…

Ο καιρός πέρασε, εγώ χώρισα, γέννησα το κοριτσάκι μου και οι διακοπές μας πια ήταν και πάλι παιδικές, γεμάτες μπρατσάκια, κουλούρες, στρωματάκια και παιδικά αντιηλιακά! Κάθε χρόνο με μία βαλίτσα στο ένα χέρι κι ένα μωρό στο άλλο, τριγύριζα στα γύρω νησάκια – γιατί διαδρομή με πλοίο μεγάλη ακόμα να δεχτώ να κάνω!

Κι όπως περνάει ο καιρός, φέτος η κόρη μου, έφηβη κι εκείνη πια, πήγε τις πρώτες διακοπές με τους φίλους της, χωρίς εμένα….

Η ζωή βλέπετε κάνει τους κύκλους της κι εγώ κάνω πράξη την παροιμία που λέει: «Θυμήσου τα δικά σου, συγχώρα τα παιδιά σου»!


Οι φετινές μου διακοπές ήταν μάλλον μοναχικές. Κι αυτό γιατί έλειπαν όλοι οι φίλοι μου, δεν ταίριαξαν οι μέρες μας, έλειπε η κόρη μου κι εγώ ήμουν η τελευταία που διακόπευσα.
Τις πέρασα σε μία ξαπλώστρα, αγκαλιά με τα άπαντα της Αγκάθα Κρίστι (αγαπημένα αναγνώσματα της παραλίας).
Πήγα σε αρκετά μέρη, λίγο εδώ, λίγο εκεί. Κι είδα πολλά, ευτράπελα ή μη, που είχα την ευκαιρία να τα γράψω, να τα σχολιάσω, να απηυδήσω μαζί τους και γενικώς…

Δεν συνιστώ τις μοναχικές διακοπές, για έναν και μόνο λόγο:
Σου αφήνουν χρόνο να σκέφτεσαι. Σκέφτεσαι πολλά, όλοι έχουμε κάτι να μας απασχολεί αυτόν τον καιρό, εκείνο όμως που σκέφτεσαι τελικά είναι όλα εκείνα που σε έχουν οδηγήσει στο να σκέφτεσαι μόνος…

Κι εκεί αρχίζεις να κοσκινίζεις σχέσεις με φίλους, αγαπημένους, παιδιά, γονείς. Περνάς απ’ όλες τις φάσεις, γκρίνιας, θυμού, κατανόησης. Κι όποιος επιζήσει απ’ αυτό, επέζησε….
Το σίγουρο είναι πώς ούτε το μυαλό, ούτε το σώμα ξεκουράζεται αν πρέπει να ψιλολογάς στις διακοπές σου το ποιος είσαι, πού πας και τέτοια. Αυτά είναι καλά για το ντιβάνι του ψυχολόγου και σίγουρα δεν ταιριάζουν με την ξαπλώστρα θαλάσσης…
Αν ξεπεραστεί το αρχικό σοκ και η ταλαιπωρία όμως, ίσως κάπου τα βρεις και με τον εαυτό σου και τότε ο Σεπτέμβριος γίνεται απλώς μια καλή ευκαιρία για Septembers resolutions, αποφάσεις δηλαδή που χρειάζεται να υλοποιήσεις τουλάχιστον μέχρι το επόμενο καλοκαίρι.


Αν πήγαινα φέτος σχολείο κι αν ξανάγραφα φέτος έκθεση για το πώς πέρασα το καλοκαίρι μου, δεν θα έγραφα ούτε για τη μοναξιά που είχε, ούτε για τη στεναχώρια που ενδεχομένως έκατσε παρέα μου στην άκρια της ξαπλώστρας μου. Δεν προχώρησε παρά πάνω, γιατί το διαδίκτυο, όσα κακά κι αν έχει, δεν σε αφήνει να πλήξεις, άσε που σε φέρνει κοντά με όλον τον κόσμο κι ας είσαι πολλά πολλά χιλιόμετρα μακριά τους.

Δεν θα έγραφα για τις αποφάσεις που πήρα, γιατί είμαι σίγουρη ότι καμία δεν θα τηρήσω ούτε καν μέχρι να βγει ο Σεπτέμβρης!

Θα έγραφα για όλα εκείνα τα καλοκαίρια που άφησαν στο μυαλό μου τις μυρωδιές τους, για όλα εκείνα τα αγόρια και τα κορίτσια που γνώρισα, για όλα τα λάστιχα ποδηλάτου που έσκασαν απ’ τις ατελείωτες βόλτες μου, για τα παγωτά και τις πευκοβελόνες, για την Άννα, τη Μαρία, τον Κώστα, την Ελένη, τον παππού και τη γιαγιά, για τις ξαδέλφες μου, για όλους εκείνους που λάβανε μέρος σε εκείνα τα καλοκαίρια μου. Όλους εκείνους που σήμερα ίσως δεν είναι πια κοντά μου, αλλά το πέρασμά τους ήταν αρκετό για να δημιουργήσει αναμνήσεις….

Κάπου εδώ τελειώνει το πρώτο Παραπονάκι αυτής της χρονιάς.

Ένα Παραπονάκι που θα μιλήσει για όλα εκείνα που μας πονάνε, αλλά και όλα εκείνα που μας κάνουν να γελάμε, ταυτόχρονα.

Η ζωή είναι κλαυσίγελος, παιδιά.
Χαρά και λύπη πάνε μαζί, δεν υπάρχει γάμος άκλαυτος και κηδεία αγέλαστη, λέει η παροιμία. Κι έχει δίκιο.  

Το Παραπονάκι φιλοδοξεί να έχει καλεσμένους φίλους και λιγότερο φίλους, ανθρώπους που μπορούν να μας μιλήσουν για όλα εκείνα που τους απασχολούν. Κάθε μέρα θέματα βγαίνουν, που κάποιοι τα βιώνουμε τραγικά και κάποιοι ούτε καν τα παρατηρούμε.
Λογικό, πού να προλάβεις τόσες εμπειρίες, τόσων ανθρώπων σε μία μόνο δική σου ζωή;


Κλείνω μ’ ένα τραγούδι κλεμμένο απ’ τη φίλη Μελίνα, το είχε στη δική της εκπομπή και τώρα πια, μέχρι να το ξαναχρειαστεί εκείνη, νιώθω ότι μπορώ να προχωρήσω σε τούτη την κλοπή. 

1.       She’s like a rainbow – THE ROLLING STONES

Σας περιμένω την επόμενη Παρασκευή,  περίπου στις έξι.

Μέχρι τότε, να είστε καλά.












Unknown

Αρθρογράφος - Μουσικός Παραγωγός

Τηλεόραση, μουσική, παραμύθια και κείμενα... Ο θαυμαστός κόσμος της δημιουργίας μου!

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου