Μια λίμνη ζωντανή με λίγη θέληση και δυο κουβάδες αγάππ…
Το καλοκαίρι έμοιαζε να τελειώνει, αλλά και πάλι, δεν ήθελε να αφήσει το αντιπαθητικό φθινόπωρο να έρθει… Η ζέστη, που φούντωνε κατά τη διάρκεια της μέρας, έδινε τη θέση της σε μία υγρασία αποπνικτική, αμέσως μόλις σουρούπωνε.
Ο βάτραχος καθότανε στην άκρη της λίμνης και σκεφτότανε, ενώ το Παραπονάκι τσαλαβουτούσε τα πόδια του μέσα στα θολά νερά της, χαζολογώντας. Καμιά φορά, του πετούσε μια πιτσιλιά, δήθεν τυχαία, έτσι για να του θυμίζει την ύπαρξή του.
Όμως ο βάτραχος ήταν πολύ απορροφημένος στις σκέψεις του και το Παραπονάκι δεν μπορούσε με τίποτα να τον τραβήξει απ’ αυτές. Κάτι τέτοιες στιγμές, ήξερε πια ότι έπρεπε να τον αφήνει μόνο του. Ήταν ήδη πολύ που το είχε αποδεχτεί να μένει δίπλα του, αλλά οι συνήθειες χρόνων δεν μπορούν να αλλάξουν όλες, από τη μία στιγμή στην άλλη.
Σηκώθηκε το Παραπονάκι λοιπόν κι άρχισε να περπατάει κατά μήκος της λίμνης, ψιθυρίζοντας έναν σκοπό και κλωτσώντας ένα ανύπαρκτο βότσαλο, προκειμένου να κάνει τον εκνευριστικό παφλασμό που κάποια στιγμή θα τραβούσε το ενδιαφέρον του πρασινωπού συντρόφου του. Δεν ήταν ακριβώς σφύριγμα, δεν ήταν ακριβώς τραγούδι, ήταν ο ψίθυρος από ένα παλιό παιδικό νανούρισμα: «Νάνι του Ρήγα το παιδί, του βασιλιά τα’γγόνι». Μα πώς στην ευχή του ήρθε αυτό στο μυαλό;Το Παραπονάκι αδυνατούσε να θυμηθεί πού του είχε «κολλήσει». Δεν θυμόταν κανέναν ποτέ να το νανούρισε με τούτο το τραγούδι, για την ακρίβεια, δεν θυμόταν κανέναν ποτέ να το νανούρισε με κανένα τραγούδι…
Πρέπει να ήταν στην έβδομη βόλτα και στο εκατοστό τσαλαβούτημα, όταν ο βάτραχος σήκωσε τα μάτια και το κοίταξε. Δεν ήταν σίγουρος αν είχε ενοχληθεί από τους ήχους, που έσπαζαν την ησυχία των σκέψεών του ή αν είχε πάρει απόφαση ότι κάποια πράγματα όταν μοιράζονται, «τρώγονται» καλύτερα…
Ήταν σίγουρος όμως ότι το Παραπονάκι του είχε καλό αφτί και πως οτιδήποτε κι αν του έλεγε, εκείνο θα προσπαθούσε να βρει μια λύση. Οι λίγοι μήνες συγκατοίκησης στη λίμνη, τον είχαν μάθει ότι ήταν εφευρετικό Παραπονάκι. Παραπονιάρικο (πώς αλλιώς θα δικαίωνε το όνομά του;) κι ανασούμπαλο ίσως, αλλά εφευρετικό. Του άρεσε να σκαλίζει και να βρίσκει και δεν άφηνε τίποτα όρθιο στο πέρασμά του! Ουφ! Αυτό δεν ήταν πάντα και τόσο καλό! Πολλές φορές τον ενοχλούσε, πολλές φορές το κατσάδιαζε και μετά πάλι το συγχωρούσε, γιατί ήξερε κι εκείνο να τον συγχωρεί όταν έπρεπε.
Με τούτα και με κείνα, η συμβίωση είχε πετύχει, αλλά ο βάτραχος –που τόσα χρόνια είχε μάθει να ζει μόνος και να τακτοποιεί τις «υποθέσεις»του και να λύνει τα προβλήματά του τσακ μπαμ– πολλές φορές έχανε τη μπάλα με το Παραπονάκι, που –αν και είχε πάντα καλή πρόθεση- δεν σκεφτόταν όμως με τον ίδιο «πράσινο» τρόπο. Και πώς θα μπορούσε να ήταν δυνατό κάτι τέτοιο άραγε; Εκείνος ήταν βάτραχος κι αυτό Παραπονάκι. Αλλά, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι ο ένας απ’τους δύο ανήκε στην ίδια «ράτσα» με τον άλλον, πάλι θα υπήρχαν διαφορετικές απόψεις και διαφορετικά σκεπτικά. Έτσι είναι, κανείς δεν μπορεί να είναι μέσα στο μυαλό του άλλου, γι’ αυτό η παροιμία που λέει ότι «δύο μυαλά σκέφτονται καλύτερα από ένα» είναι πέρα για πέρα αληθινή….
Στην όγδοη βόλτα πια, ο βάτραχος αποφασίζει να μιλήσει:
- Έχω ένα πρόβλημα και νομίζω ότι πρέπει να το συζητήσουμε μαζί.
Το Παραπονάκι παράτησε μεμιάς και το σουλατσάρισμα και το τσαλαβούτημα. Δεν χρειαζόταν να κάνει τίποτε άλλο να του τραβήξει την προσοχή. Εδώ υπήρχε πρόβλημα κι έπρεπε να λυθεί!
- Τι συμβαίνει, καλέ μου βάτραχε; Τι είναι αυτό που σε κάνει να νουνίζεις τόση ώρα;
- Με απασχολεί το καθάρισμα της λίμνης. Θυμάσαι που όταν πρωτοήρθες είχαμε πει να την καθαρίσουμε; Δεν θέλω να τη βλέπω πια άδεια, χωρίς κόσμο. Το καλοκαίρι τελειώνει και δεν ακούστηκαν οι φωνές των παιδιών, ήμασταν και πάλι μονάχοι μας. Δεν πάτησε κανείς το πόδι του εδώ, γιατί η ακτή ήταν πολύ βρώμικη και η λίμνη γεμάτη φύλλα. Τι θα κάνουμε μ’ αυτό;
- Ε, θα την καθαρίσουμε, τι σκας γι’ αυτό;
- Μα πώς θα γίνει; Είμαστε μόνο δύο και είναι πολλά αυτά που πρέπει να γίνουν. Κι εσύ είσαι μικρό και δεν έχεις πολλές δυνάμεις. Κι εγώ είμαι μεγάλος πια και αρκετά κουρασμένος.
Ο βάτραχος κοίταξε το Παραπονάκι από πάνω μέχρι κάτω με στοργή. Ήταν μικρό το καημένο και όσο καλή διάθεση κι αν είχε, δεν μπορούσε να τον βοηθήσει αποτελεσματικά. Κι εκείνος στ’ αλήθεια, δεν ένιωθε πως είχε αρκετές δυνάμεις, για να τα καταφέρει μόνος του.
Όμως το Παραπονάκι, μπορεί να ήταν μικρό, αλλά δεν παρατούσε έτσι εύκολα τα όπλα. Τουλάχιστον όχι με την πρώτη δυσκολία. Ήξερε ότι ο φίλος του ο βάτραχος ήταν λίγο «δυσκίνητος». Η μοναξιά τόσο καιρό στη λίμνη, του είχε γεμίσει το κεφάλι «μονόχνωτες» ιδέες. Αλλά ήταν αισιόδοξο. Έλεγε πάντα: «Με λίγη καλή θέληση και δυο κουβάδες αγάπη, όλα γίνονται!».
Το μυαλό του δούλευε συνεχώς, αλλά –ως συνήθως- δεν περίμενε να ολοκληρώσει τη σκέψη του, άνοιγε το στόμα του και τη διατύπωνε, ενώ ταυτόχρονα τη διαμόρφωνε κιόλας.
- Λοιπόν, το θέμα είναι να κάνουμε μία καλή αρχή. Με ό,τι μπορούμε. Ας ξεκινήσουμε από την ακτή. Υπάρχουν πολλά σκουπίδια που πρέπει να μαζευτούν. Αλλά πρέπει να ξεκινήσουμε απ’ αυτά, ώστε το φύσημα του ανέμου να μην τα σπρώχνει μέσα στη λίμνη, γιατί τότε θα είναι πολύ δύσκολο να τα βγάλουμε μέσα από εκεί. Επίσης, πρέπει να οργανωθούμε καλά, ώστε να μην χρειαστεί να περάσει πολύς χρόνος στο καθάρισμα της ακτής, αφού έρχεται φθινόπωρο και τώρα ο βραδινός αέρας θα ξαναμαζεύει τα σκουπίδια στην ακτή.
- Πώς θα καταφέρουμε να τα πετύχουμε όλα αυτά εμείς οι δύο μόνο; Χωρίς βοήθεια από άλλον κανέναν; Είναι πολλή δουλειά, γκρίνιαξε ο βάτραχος.
- Και τι φοβάσαι; Ότι δεν θα πετύχουμε; Έλα, απλό είναι, μπορούμε να ξεκινήσουμε τώρα δα κιόλας, αντικρούει χαρούμενο κι αποφασισμένο το Παραπονάκι.
- Μπαααα!
Ο βάτραχος βυθίστηκε και πάλι στους συλλογισμούς του. Δεν του φαινόταν πολύ λειτουργικό το σχέδιο. Μακάρι να είχε ένα μαγικό ραβδάκι, να άγγιζε τη λίμνη και να τελείωναν όλα μεμιάς. Όμως, τα μαγικά είχανε τελειώσει και τούτο το ροδαλό πραγματάκι τον κοίταζε με μάτια όλο σιγουριά ότι θα τα κατάφερναν. Ανόητο Παραπονάκι, σκέφτηκε με αγάπη, σιγά μην φτάνει η καλή σου πρόθεση…
Όμως, τούτο δω είχε ήδη τρέξει στην παλιά καντίνα, στο τέρμα της ακτής. Μια ξεχαρβαλωμένη καντίνα, που ο ιδιοκτήτης της είχε ξωμείνει να φοράει τη λερωμένη του ποδιά, ίσως από το περσινό καλοκαίρι, περιμένοντας τους λιγοστούς περαστικούς που θα διψούσαν και θα έκαναν μία αναγκαστική στάση σ’ αυτόν, αφού γυρωτρίγυρα δεν υπήρχε τίποτα άλλο.
- Φίλε, καλησπέρα. Μένω εδώ παρακάτω, στην άκρη της λίμνης. Αποφάσισα να καθαρίσω την ακτή από τα σκουπίδια. Θέλεις να με βοηθήσεις κι εσύ;
Ο καντινιέρης το κοίταξε από πάνω ως κάτω, βλοσυρά! Τι λες εκεί! Να το βοηθήσει! Δουλειά σε μια τόσο πνιγηρή μέρα! Άσε μας καλύτερα, βρε…τι να’ναι τούτο άραγε;;;;
- Αν με βοηθήσεις, συνέχισε ακάθεκτο το Παραπονάκι, το σίγουρο είναι ότι την επόμενη Κυριακή θα υπάρχει αρκετός κόσμος εδώ για να αγοράζει τα αναψυκτικά σου. Σκέψου πρακτικά! Τι έχεις να χάσεις; Θα μου δώσεις μερικές σακούλες και θα πιάσουμε ο καθένας από μία άκρη. Αν δουλέψουμε μεθοδικά, πριν νυχτώσει καλά καλά θα έχουμε καθαρίσει ήδη το ένα κομμάτι. Κι αύριο με το καλό, η ακτή θα λάμπει!
Είχε αποφασίσει ότι αν δεν δεχόταν με τη μία, εκείνο μια φορά τσιμπούρι θα του γινότανε! Ο καντινιέρης του είπε, κοιτώντας το και κουνώντας το κεφάλι:
- Άδικος κόπος, καλέ…πώς σε λένε είπαμε; Άδικος κόπος! Κανένας δεν θα έρθει, αν δεν καθαρίσει η λίμνη και μόνοι μας δεν κάνουμε τίποτα! Αλλά για να μη λες ότι δεν θέλω να σε βοηθήσω, ορίστε, πάρε μερικές σακούλες και μια τσουγκράνα και μάζεψε ό,τι μπορείς. Δεν νομίζω ότι θα τα καταφέρεις, μπορείς όμως να προσπαθήσεις…
- Εγώ θα τα καταφέρω, θα δεις κι ας μη θέλεις να με βοηθήσεις! Είπε θυμωμένο το Παραπονάκι.
Άρπαξε την τσουγκράνα και τις σακούλες και ξεκίνησε τη δουλειά στα γρήγορα. Ούτε στο βάτραχο δεν πήγε! Ο θυμός του ήταν τόσος γιατί κανένας δεν πίστευε στο σκοπό στ’ αλήθεια. Κι ο βάτραχος! Ωραία μας έθεσε το πρόβλημα και μετά δεν πίστευε ότι μπορούμε να το λύσουμε! Μα χωρίς πίστη, πώς θα ξεκινήσεις; Αυτή είναι η κινητήρια δύναμη για όλα!
Χωρίς να το καταλαβαίνει, το Παραπονάκι είχε ήδη αρχίσει το καθάρισμα. Ένα πλαστικό μπουκάλι εδώ, μία σαμπρέλα από ποδήλατο εκεί, ένα περιτύλιγμα από σάντουϊτς παρακάτω – άτιμε, καντινιέρη, όταν τα πουλάς είναι καλά, έτσι; Να βοηθήσεις δεν μπορείς! Μονολογούσε το καημένο. Αλλά συνέχιζε τη δουλειά, ακούραστο και νευριασμένο. Μέχρι που ο θυμός υποχώρησε και το κομμάτι της γης που έβλεπε να καθαρίζεται του έφτιαχνε τη διάθεση. Γρήγορα, ξεκίνησε και πάλι να σιγομουρμουρίζει το σκοπό του: «Νάνι του Ρήγα το παιδί, του βασιλιά τα’γγόνι!»….
Από μακριά, ο βάτραχος έβλεπε το Παραπονάκι να δουλεύει, κάνοντας φούρλες γύρω απ’ τα σκουπίδια της ακτής. Ήδη είχε καθαρίσει ένα μεγάλο κομμάτι και συνέχιζε ακάθεκτο. Ούτε που τον άκουσε όταν του φώναξε να κοιμηθούνε. Συνέχιζε την προσπάθεια και σιγοτραγουδούσε.
Τι εκνευριστικό που είναι ώρες-ώρες, σκέφτηκε ο βάτραχος.Και πήγε να κοιμηθεί, στο αγαπημένο του φύλλο από κάτω. Άστο, άμα κουραστεί, θα έρθει κι εκείνο.
Όμως οι ώρες περνούσαν. Το φεγγάρι είχε ανέβει ψηλά στον ουρανό και ο βάτραχος είχε ψιλογλαρώσει, όταν έκανε να γυρίσει και διαπίστωσε ότι το Παραπονάκι ακόμα δεν είχε έρθει να κοιμηθεί.
Μα τι στο καλό! Αναφώνησε και σηκώθηκε να δει τι τρέχει. Το είδε να συνεχίζει ακούραστο. Είχε ήδη καθαρίσει τη μισή ακτή και η νύχτα δεν είχε καν φτάσει στη μέση της. Η ζέστη ήταν αποπνικτική ακόμα, δεν έλεγε να δροσίσει και κανένα φύλλο δεν κουνιότανε. Το μόνο που κουνιότανε πάνω κάτω ήταν το έρμο το Παραπονάκι!
- Ακόμα πιστεύεις ότι θα τα καταφέρεις μονάχο σου; Έλα να κοιμηθούμε κι αύριο μέρα είναι! Φώναξε ο βάτραχος.
- Δεν θα τα καταφέρω μονάχο μου ποτέ, αν δεν με βοηθήσεις. Εσύ έβαλες το πρόβλημα, αλλά φαίνεται ήθελες μόνο πρόβλημα κι όχι λύση, έτσι; Απήντησε κουρασμένα το Παραπονάκι. Όσο δεν κάνουμε κάτι και οι δύο γι’αυτό, πάντα πρόβλημα θα μένει. Σε παρακαλώ, βάτραχέ μου, πίστεψε ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε και θα δεις! Έλα βοήθησέ με…
Τι να κάνει κι ο φουκαράς ο βάτραχος. Να το αφήσει μέσα στη μαύρη νύχτα μόνο του, δεν του πήγαινε καρδιά. Δεν πίστευε με τα σωστά του το όλο εγχείρημα, αλλά θέλοντας να του αποδείξει ότι δεν θα τα καταφέρουνε, καταπιάστηκε να το βοηθήσει.
Χωρίς να το καταλάβει όμως, η μία σακούλα γέμιζε πίσω απ’την άλλη.
Και το φεγγάρι, ακούραστος βοηθός, έλαμπε ψηλά στον ουρανό και τους φώτιζε όσο αυτοί δούλευαν υπομονετικά.
Στο μεταξύ, ο καντινιέρης, που δεν είχε ύπνο, ήταν ξαπλωμένος στο μικρό ντιβανάκι του στο πλάϊ της καντίνας του και κοίταζε τ’ αστέρια. Αναπολούσε τις μέρες εκείνες που ο κόσμος διάλεγε τούτη την ακτή για να κάνει το κυριακάτικο μπάνιο του και τη δική του καντίνα για να ψωνίσει το κολατσιό του. Θυμόταν με νοσταλγία την κυρά του, που του γκρίνιαζε όταν δεν φορούσε καθαρή ποδιά και φρόντιζε ώστε κάθε μέρα να του έχει έτοιμες δυο, για να συχναλλάζει. Όμως η κυρά του χάθηκε ένα χειμώνα, εκείνον με τα μεγάλα τα κρύα και εκείνος παράτησε το σπιτάκι τους και πήγε να ζήσει σ’ αυτό το ντιβανάκι δίπλα στην καντίνα του. Κανείς δεν του γκρίνιαζε πια να είναι καθαρός, κανείς δεν νοιαζόταν για εκείνον. Ήταν μόνος και έτσι ξώμεινε να κοιτάζει τη βρώμικη λίμνη, περιμένοντας πότε ένας βαρύς χειμώνας θα τον έκανε να ξανανταμώσει με την κυρά του. Και τότε σκέφτηκε: Πώς θα με ξαναδεί με τούτη τη βρώμικη ποδιά;Πω πω, τι έχω να ακούσω! Θα τα ακούω μαζεμένα για όλη την υπόλοιπη ζωή μου στον παράδεισο! Έκανε να διώξει τη σκέψη του γυρίζοντας στο άβολο ντιβανάκι του, αλλά ένας θόρυβος, ένα σούρσιμο στο χώμα, τον έκανε να ανατριχιάσει: Τι στο καλό….
Πετάχτηκε πάνω και τότε είδε από μακριά, δυο σκυφτές φιγούρες και μια τσουγκράνα, που έκανε έναν φριχτό θόρυβο με το χράτσα χρούτσα της…
Μα βέβαια, η δική του τσουγκράνα ήταν! Της έλειπε κι ένα δόντι και ήταν ακόμα πιο ανατριχιαστικός ο ήχος που έκανε. Φαφούτα τσουγκράνα!Τελικά, εκείνο το πλάσμα το είπε και το έκανε. Ήδη, έφτανε κοντά του. Μα ποιος είναι τούτος πάλι δίπλα του; Ωχ! Ένας βάτραχος! Ήμαρτον, Θεέ μου, μπας και με γελούν τα μάτια μου; Όχι, είναι ένας βάτραχος! Τον έβλεπε ολοκάθαρα τώρα. Κρατούσαν ο καθένας από μία σακούλα – από τις δικές του τις σακούλες και μάζευαν σκουπίδια. Ουφ! Τελικά ο ύπνος δεν θα τον έπαιρνε ούτε κι αυτό το βράδυ! Οπότε, τους πλησίασε:
- Τι κάνετε εσείς εδώ τέτοια ώρα;
- Γεια σου, κύριε καντινιέρη, απήντησε το Παραπονάκι, δεν σου είπα ότι είχαδουλειά να καθαρίσω την ακτή; Εσύ πώς και δεν κοιμάσαι τούτη την ώρα;
- Σκεφτόμουνα!
- Τι λες εκεί! Οι σκέψεις είναι μόνο για τους αργόσχολους. Πώς φαίνεται ότιδεν έχεις δουλειά να κάνεις! Του αντιγύρισε θυμωμένα.
- Πολύ μεγάλη γλώσσα έχει τούτο! Διαμαρτυρήθηκε ο καντινιέρης, κοιτώντας το βάτραχο. Κι εσύ; Τι είσαι; Βάτραχος; Ήμαρτον, Θεέ μου! Και τι κάνεις με τούτο το πλάσμα; Βρε, τι άλλο θα δούμε ακόμα!
- Σας παρακαλώ, κύριε, να μιλάτε καλύτερα για το φίλο μου. Είναι το Παραπονάκι και έχει όλη την καλή διάθεση να καθαρίσει την ακτή, για να γίνει καλύτερη και να μαζέψει και πάλι κόσμο. Αν θέλετε, μπορείτε να μας βοηθήσετε. Αν όχι, σας παρακαλώ, η αρνητική κριτική σας δεν μας είναι απαραίτητη, είπε με στόμφο ο βάτραχος, που εκείνος θα γκρίνιαζε όσο ήθελε στο Παραπονάκι, αλλά αν κανείς άλλος τολμούσε να το πειράξει, θα είχε να κάνει μαζί του! Ακούς εκεί!
Τι να κάνει ο καντινιέρης; Τα έχασε κανονικά, αλλά μιαπου η ώρα ήταν περασμένη και ύπνος δεν του κόλλαγε, πού να τρέχει να διαφωνεί με έναν βάτραχο κι ένα άγνωστο πλάσμα –θα τόνε περνούσανε και για τρελό-καταπιάστηκε να τους βοηθήσει. Ζαλώθηκε μία σακούλα σκουπιδιών και άρχισε κι αυτός το πάνω κάτω…
Θα είχε ξημερώσει πια όταν τελείωσαν και το πιο απομακρυσμένο κομμάτι της ακτής τους. Το φεγγάρι έδινε τη θέση του σε έναν λαμπερό ήλιο, που τους έκλεινε το μάτι ξαφνιασμένος, γιατί είχε καιρό να ατενίσει τόσο καθαρή τούτη την ακτή.
Ο βάτραχος και το Παραπονάκι κοίταξαν τον καντινιέρη ευχαριστημένοι:
- Σαν καλά τα καταφέραμε, έτσι; Είπε ο βάτραχος.
- Ναι, συμφώνησε ο καντινιέρης. Τελικά, τούτο πλάσμα, ο φίλος σου, δίκιο είχε. Όλα μπορούν να γίνουνε!
Το Παραπονάκι τους κοίταζε συννεφιασμένο! Κανένας δεν μπορεί να καταλάβει πια ότι είναι θηλυκό;;;; Όλο ο φίλος σου κι ο φίλος σου! Τι κι αν δεν μοιάζει με κορίτσι, δηλαδή; Αλλά τι να πεις; Όλα τα αρσενικά, το ίδιο κεφάλι έχουν ή όλα τα ζουζούνια ή όλα τα γουρούνια ή μήπως αλλιώς το λένε; Χμ,δεν έχει σημασία, όλοι ίδιοι είναι! Αλλά δεν μπήκε στον κόπο να τους διορθώσει,γιατί κατά βάθος ήταν ευχαριστημένο που είχε πετύχει το σκοπό του.
- Λοιπόν, είπε, κύριοι, σας απέδειξα ήδη ότι ήταν απλά θέμα κοινής προσπάθειας και απόφασης να καθαριστεί η ακτή. Ξεκουραστείτε σήμερα και αύριο σας περιμένω και πάλι, να μεθοδεύσουμε πώς θα καθαριστεί η λίμνη! Σας θυμίζω ότι δεν μας βοηθάει μια καθαρή ακτή, αν κανείς δεν θέλει να πλησιάσει τα νερά της λίμνης… Βάλτε το μυαλουδάκι σας να δουλέψει και αύριο πάλι εδώ!
Χωρίς να σηκώνει κουβέντα, το Παραπονάκι κίνησε προς την άκρη της λιμνούλας τους, εκεί που ήταν το μικρό καταφύγιό τους με τον βάτραχο.Εκείνος το ακολούθησε πειθήνια. Ό,τι και να έλεγε θα είχε δίκιο, έφταιγε εκείνος γιατί δεν πίστεψε σ’ αυτό από την αρχή. Και χρειάστηκε μόνο ένα βράδυ όλο κι όλο για να του το αποδείξει.
Απομακρύνθηκαν σιγά-σιγά, με τον καντινιέρη να τους κοιτάζει απορημένος. Ήδη είχε πειστεί πως το να φτιαχτεί η λίμνη δεν ήταν πράγμα ιδιαίτερα δύσκολο και στάσου τώρα να δεις, είχε κρυμμένη κάπου μια απόχη για τα φύλλα της λίμνης και χμ…ήταν φίλος του εκείνος ο τυπάκος στο Δημαρχείο,που είναι υπεύθυνος για τη λίμνη, μήπως να του κάνει μία επίσκεψη; Τι είχε να χάσει; Πρόσφατα είχε διαβάσει για ένα πράγμα που λεγόταν…πώς λεγόταν;Βιολογικός κάτι…Α, ναι, βιολογικός καθαρισμός. Κι είχε κι επιδότηση έλεγε η εφημερίδα. Μωρέ, σάμπως και να μην είναι τόσο ακατόρθωτο πια…ξέρω κι εγώ;
Ο βάτραχος περπατούσε σκυφτός δίπλα στο Παραπονάκι. Ήταν πολύ κουρασμένος απ’ όλη την προσπάθεια και είχε ξαγρυπνήσει κιόλας. Ένιωθε βαρύς, αλλά πιο μεγάλο βάρος του έφερνε η σιωπή του συντρόφου του. Ούτε καν εκείνο το εκνευριστικό νανούρισμα δεν έλεγε πια...Και πώς να το κάνει να μιλήσει;
- Παραπονάκι μου…ξεκίνησε δειλά. Κουράστηκες απόψε, έτσι;Αλλά κάναμε καλή δουλειά, δεν μπορείς να πεις! Τελικά, είχες δίκιο που επέμενες…Είμαι ξεροκέφαλος πολλές φορές, αλλά εσύ καλά κάνεις κι επιμένεις…
Το Παραπονάκι τον άκουγε μόνο. Είχαν ήδη φτάσει στο καταφύγιό τους. Κάθισε κάτω από το φύλλο τους, εκεί στη σκιά, γιατί ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει να ανεβαίνει. Ήταν πολύ κουρασμένο στ’ αλήθεια! Πιο πολύ από την κούραση της δουλειάς, το είχε τσακίσει η κούραση να πείσει το βάτραχο και τον καντινιέρη ότι μπορούσαν να το κάνουν. Το μόνο που του είπε ήταν απλώνοντας το χέρι: ‘Ελα να κοιμηθούμε λιγάκι…
Και κούρνιασε δίπλα του, χωρίς άλλη λέξη, με τα βλέφαρά του να σφαλίζουν αμέσως.
******************
Σχεδόν ένας χρόνος πέρασε. Ήταν και πάλι αρχές καλοκαιριού. Κυριακή απογευματάκι, σουρούπωνε. Η ακτή ήταν γεμάτη παιδιά που δεν έλεγαν να φύγουν. Χαρούμενες φωνές και τραγούδια, ακούγονταν παντού. Ο βάτραχος δεν είχε ξεμυτίσει όλη μέρα από το φύλλο του, γιατί όλος αυτός ο θόρυβος τον έκανε τρελό! Το Παραπονάκι πλατσούριζε δίπλα στο νερό.
Στην άκρη της ακτής, η καντίνα ήταν ακόμα γεμάτη κόσμο. Ο καντινιέρης φορούσε μία κατάλευκη, πεντακάθαρη ποδιά και είχε πάρει έναν παραγιό, γιατί δεν προλάβαινε τον κόσμο. Τι ωραία ιδέα που είχε να βρει εκείνον τον φίλο του στο Δημαρχείο! Όλα έγιναν τόσο γρήγορα. Η λίμνη καθαρίστηκε βιολογικά και την ακτή φρόντιζαν να τη διατηρούν καθαρή, εκτός από τον Δήμο, εκείνος, ο βάτραχος και κείνο το αλλόκοτο πλάσμα.
Κάθε βράδυ, πριν πέσουν για ύπνο, μάζευαν ό,τι είχε ξεμείνει από τον κόσμο, που όμως ήταν πια πολύ πιο προσεκτικός. Όμως εκείνοι,τη βραδινή τους περιπολία την έκαναν ούτως ή άλλως. Τους είχε γίνει αγαπημένη συνήθεια, είχανε γίνει και φίλοι… Ο καντινιέρης ξαναγύρισε στο σπιτάκι του τα βράδια, αλλά τώρα πια δεν του έλειπε τόσο η κυρά του, ήξερε πως θα τον περίμενε εκεί που ήτανε και πως μαζί του θα είχε πια μια πεντακάθαρη ποδιά, έτσι για να μην του γκρινιάζει!
Ο κόσμος σιγά σιγά αποχαιρετούσε τη λίμνη. Γυρνούσε στο σπίτι του να ετοιμαστεί για την εβδομάδα που ξεκινούσε. Σε λίγο, η ησυχία είχε ξαναγυρίσει για τους μόνιμους κατοίκους της λίμνης.
Ο βάτραχος βγήκε από την κρυψώνα του. Μαζί με το Παραπονάκι μάζεψαν τα τελευταία απομεινάρια μιας υπέροχης ημέρας και κάθισαν δίπλα δίπλα να απολαύσουν την καλοκαιρινή βραδιά. Ήταν ξάστερος ο ουρανός και τους άρεσε να ξαπλώνουνε και να μετράνε τα αστέρια! Τσακώνονταν για το ποιος είχε μετρήσει τα περισσότερα και πάνω εκεί, έχαναν μερικά και ξαναφτού κι απ’την αρχή…
Απόψε όμως, ο βάτραχος δεν είχε όρεξη για μετρήματα. Καθόταν σιωπηλός και κοιτούσε τα άστρα. Το Παραπονάκι, ανήσυχο, δεν έκανε σταλιά θόρυβο, καθόταν ακίνητο, μέχρι εκείνος να μιλήσει…
- Ξέρεις, ίσως να σε αδίκησα λιγάκι πέρσι, άρχισε ο βάτραχος. Δεν σε ευχαρίστησα αρκετά που επέμεινες, όμως τελικά, η δική σου επιμονή έκανε ξανά ζωντανή τη λίμνη μας. Μόνο σου γκρίνιαζα και δεν στάθηκα αρκετά δίπλα σου, το ξέρω, αλλά είμαι γέρος πια και γκρινιάρης, με ξέρεις δα! Όμως, τώρα ξέρω πώς πρέπει να σε ακούω.
- Καλέ μου βάτραχε, μαζί τη φτιάξαμε τη λίμνη μας. Εσύ εντόπισες το πρόβλημα,εσύ με έβαλες να σκεφτώ τη λύση, γκρινιάζοντας με έκανες να θυμώσω και να το κάνω καλύτερα και πιο γρήγορα. Μαζί το κάναμε όλο αυτό και με τον καντινιέρη βοηθό μας, του χρωστάμε πολλά.
- Ναι, αλλά εγώ ήμουν ανυπόφορος.
- Ναι, εσύ ήσουν ανυπόφορος! Κι εγώ Παραπονάκι. Ε, τι να κάνουμε τώρα; Αυτοί είμαστε κι αποδείξαμε ότι μπορούμε να αφήσουμε πίσω μας τα ελαττώματά μας και να φτιάξουμε κάτι μαζί. Επειδή το θέλαμε πολύ, καλέ μου βάτραχε… Επειδή το θέλαμε πολύ…
- Και δεν σε πειράζει που είμαι γκρινιάρης, απότομος και πολύ γέρος για να έχω αντοχή να σε ακούω;
Μουρμούρισε ο βάτραχος και το κοίταξε στα μάτια…
Το Παραπονάκι του άπλωσε το χέρι:
- Έλα να κοιμηθούμε. Με λίγη καλή θέληση και δυο κουβάδες αγάπη, όλα γίνονται…

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου