EΚΠΟΜΠΗ 2η: «ΛΩΡΙΔΑ ΤΗΣ ΓΑΖΑΣ ή ΑΟΥΣΒΙΤΣ; ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΙΛΗΜΜΑ ΣΤ’ ΑΛΗΘΕΙΑ;»

by 11.10.13 0 σχόλια

Καλησπέρα! Καλώς ήρθατε στο Παραπονάκι της Πέμπτης. Η ώρα είναι εννιά και στο μικρόφωνο του CR RADIO, είναι η Εύα Τσαροπούλου, με το Παραπονάκι της.
Πριν ξεκινήσουμε, να θυμίσω το e-mail της εκπομπής που είναι paraponaki@paraponaki.gr, και τη σελίδα της εκπομπής στο FB, που είναι «Το παραπονάκι», όπου μπορείτε να γράφετε ό,τι σας απασχολεί και ό,τι σας δημιουργεί μικρές, καθημερινές γκρίνιες.

Το σημερινό Παραπονάκι, εκτός από γκρίνια όμως έχει και πολλά νεύρα φοβάμαι, αφού ορισμένα πράγματα, όσο κι αν μοιάζουν αυτονόητα, αποδεικνύεται πως για πολύ κόσμο δεν είναι! Έτσι, ενώ είχα αποφασίσει ότι δεν θα ασχοληθώ με την επικαιρότητα των ημερών, που διέπεται από…χρυσαλητεία, μοιάζει να μην μπορώ να καταφέρω να το αποφύγω τελικά.  Κι επειδή τα νεύρα μπορούν να γίνουν δημιουργικά μέσα από τη μουσική, σήμερα θα είναι πιο ροκ οι επιλογές μας. Κλασικές, αλλά ροκ.

Δεν σας έχω πει, αλλά μένω στα μαγευτικά Πατήσια, με την αναφορά του επιθέτου να γίνεται με αρκετή ειρωνεία. Κι όμως, κάποτε τα Πατήσια ήταν πραγματικά μαγευτικά και σ’ αυτά κατοικούσε η καλή κοινωνία των Αθηνών. Έμεναν στα Πατήσια το χειμώνα και είχαν εξοχικό στην Κηφισιά για το καλοκαίρι. Ωραίες εποχές, αλλά για να της φέρουμε στο νου μας εμείς που δεν τις προλάβαμε, μπορούμε μόνο να διαβάσουμε τον Τρελαντώνη της Πηνελόπης Δέλτα…Διαφορετικά...καμία ελπίδα!

Σήμερα, μπορεί και πάλι να τα πει κανείς «μαγευτικά», κυρίως γιατί σ’ αυτά διαμένει πληθυσμός από διάφορες «εξωτικές» περιοχές, όπως η Ινδία, το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές. Οι πληθυσμοί αυτοί πολλαπλασιάστηκαν με γεωμετρική πρόοδο την τελευταία διετία και δημιούργησαν το λεγόμενο «μεταναστευτικό ζήτημα», με το οποίο όλες οι πολιτικές παρατάξεις καταπιάνονται, αλλά μόνο παραμονές εκλογών και αυτό ως αναφορά, γιατί συγκεκριμένη πρόταση, που να έχει και ελπίδα να υλοποιηθεί, δεν έχω ακούσει ακόμα. Τέλος πάντων, μεγάλο ζήτημα αυτό!

Δεν θέλω να ασχοληθούμε σήμερα με το πόσα και ποια προβλήματα δημιουργεί στους Έλληνες κατοίκους η ασιατική –και όχι μόνο- αυτή πληθυσμιακή μετακίνηση, θα πω μονάχα πως δημιουργεί αρκετά και θα το σταματήσω εδώ, αφού ο καθένας έχει πολλές και αντικρουόμενες απόψεις για το θέμα και υπάρχουν πάρα πολλά περιθώρια για χαρακτηρισμούς και παρεξηγήσεις, οπότε ας μην το δούμε κάτω απ’ αυτό το πρίσμα.

Οι αναποτελεσματικοί –και σε αυτή την περίπτωση- χειρισμοί του κράτους άφησαν περιθώριο, έδωσαν χώρο που λέμε, στη Χρυσή Αυγή, που εμφανίστηκε ως ο Μεσσίας σε μία περιοχή προβληματική και χρησιμοποίησε τους δικούς της μηχανισμούς προκειμένου να «καθαρίσει» στο θέμα…

Κάπου εδώ, θέλω να σας γνωρίσω την Suraiya. Η Suraiya είναι μια πεντάχρονη μικρή κούκλα από το Πακιστάν. Έχει μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια και οι μαύρες της μπούκλες είναι ένα μεταξένιο ποίημα. 
Η Suraiya μοιάζει στη μαμά της, τη Devica, που είναι μια μικρόσωμη Πακιστανή, με εβένινα μακριά μαλλιά, μόνιμα πλεγμένα σε κοτσίδα κάτω από τις πολύχρωμες μαντήλες που φοράει. 
Ο πατέρας της ο Raj έχει ένα μικρό ψιλικατζίδικο στη γειτονιά μου και η οικογένεια ζει στο διπλανό μου διαμέρισμα. Η Devica δεν δουλεύει –φυσικά, δεν είναι στην κουλτούρα τους κάτι τέτοιο– αλλά όλοι μαζί ζούνε πολύ ήσυχα. Η Suraiya δεν γνώρισε άλλη πατρίδα από την Ελλάδα, γεννήθηκε και μεγαλώνει εδώ και μιλάει μόνο ελληνικά, παρά το ότι οι δικοί της μιλούνε πολύ λίγο. Προσπαθούνε φιλότιμα όμως να μας απευθύνονται στα ελληνικά όταν μας συναντούν στο ασανσέρ ή στους κοινόχρηστους χώρους.  

Φορές - φορές ομολογώ η συγκατοίκηση δεν είναι εύκολη, κυρίως όταν το σπίτι μου γεμίζει μυρωδιές από κρεμμύδι και σκόρδο, που με θυμώνουν, με κάνουν έξαλλη (το έχω αυτό με τις άσχημες μυρωδιές, μου δημιουργούν νεύρα). Ή όταν καίνε αυτά τα περίεργα λιβάνια, που μου λερώνουν τα φρεσκοπλυμένα μου ρούχα. Ή άλλες φορές που ακούγεται δυνατά η μουσική τους, που είναι ένα μείγμα ινδικής μουσικής, με κάτι που σου τσουγκρανίζει στην κυριολεξία το αυτί. Όμως, όλα αυτά ΜΑΖΙ, δεν είναι αρκετοί λόγοι για να έχω κακές σχέσεις με αυτούς τους ήσυχους ανθρώπους, που είναι πάντα χαμογελαστοί και περπατάνε με τα μάτια κάτω. Κι όταν η Suraiya βγαίνει στο μπαλκόνι και της πέφτουν τα παιχνίδια της σε μας, είναι μεγάλη η ανταμοιβή που παίρνω από το γέλιο της, όταν της τα δίνω πίσω.

Μέχρι εδώ όλα είναι μια μικρή, καθημερινή ιστορία, από ανθρώπους που ζουν αρμονικά μεταξύ τους, έχοντας δεχτεί και αποδεχτεί τη διαφορετικότητα ο ένας του άλλου. Άνθρωποι που, αν τους ρώταγες, ενδεχομένως να θέλανε κάπως αλλιώς τη ζωή τους, αλλά ξέρουν πώς πρέπει να διαχειριστούν καλά τα δεδομένα που τους έφεραν ως εδώ, για να βγαίνει η κάθε μέρα ήρεμα.

Είχα μείνει λοιπόν, εκεί που η Χρυσή Αυγή αποφάσισε να «καθαρίσει»! Έβγαλε έξω τα καθαριστικά της, έβγαλε τα συνεργεία της και μέσα σε μία εβδομάδα, με τις λεγόμενες επιχειρήσεις – σκούπα της, τα μαγευτικά Πατήσια θύμιζαν έρμο τοπίο όταν έπεφτε η βραδιά.

Σε μια περιοχή όπου κάθε τρεις και λίγο μέχρι τότε, ακούγονταν γκαζάκια που σκάνε, βιτρίνες που σπάνε και πυροβολισμοί στον αέρα (και όχι μόνο), τώρα γαλήνια ησυχία ΔΕΝ ακουγόταν…

Και λέω ΔΕΝ ακουγόταν, γιατί πια τίποτα δεν ακουγόταν… Περπατούσες στο δρόμο και δεν αντάμωνες κανέναν «εξωτικό» τύπο πλέον, τα περιπολικά που κάθε δυο και τρεις σου έπαιρναν τα αυτιά με τις σειρήνες τους, είχαν βγάλει πια τα μαγευτικά Πατήσια από τις διαδρομές τους και τώρα δεν φοβόσουν μήπως καταγραφείς ως «παράπλευρη απώλεια» στις στήλες των εφημερίδων, καθώς γύριζες φορτωμένος από το σούπερ μάρκετ, αφού κανένας πλέον δεν κρατούσε όπλο στα χέρια του ή κι αν κρατούσε, δεν τολμούσε θρασύτατα να το χρησιμοποιήσει, όπως θα έκανε ίσως πριν.

Τα παππούδια της περιοχής μου ζούσαν ευτυχισμένα στη Νιρβάνα τους, γιατί θεώρησαν ότι μία νέα Αυγή ξημέρωσε για μας στα μαγευτικά, που μάλιστα έφερε το υπέροχο χρυσό χρώμα της και επιτέλους, μαζί της έφερε και την ησυχία, την τάξη και την ασφάλεια…

Χμ! Ναι! Και μετά δαγκώσαμε το μήλο και χάσαμε τον παράδεισο! 
Γιατί ενώ τα παππούδια μας έκλειναν τα μάτια, μακάρια και ήρεμα, μια άλλη κοινωνία που δεν την έβλεπε κανείς, ζούσε και δρούσε στο σκοτάδι και καθάριζε βιολογικά! Κανείς τους δεν αναρωτήθηκε ή δεν πήγε ο νους του πώς έγιναν όλα αυτά από τη μια μέρα στην άλλη… Μόνο το αποτέλεσμα τους ένοιαζε.

Κανείς δεν διανοήθηκε γιατί τούτα τα «καλά» παιδιά, που σίγουρα δεν είχαν κάνει στους προσκόπους, μοίραζαν δεξιά κι αριστερά το τηλεφωνάκι τους, «για την περίπτωση που κάτι χρειαστείτε» ή «αν σας ενοχλήσει κανείς απ’ αυτούς τους σιχαμένους μαύρους». Ξέρω δυο-τρεις που απευθύνθηκαν σ’ αυτούς και ήταν εκεί! Κατέφτασαν αμέσως κι έλυσαν στο πατ κιούτ το «πρόβλημα», ενώ η κλήση στην Αστυνομία έλεγε ακόμα «Παρακαλώ, αναμείνατε στο ακουστικό σας».

Και τι τον ένοιαζε τον κόσμο πώς θα λυθεί το πρόβλημα, ποια ήταν η διαδικασία που ακολουθήθηκε; Αν ήταν νόμιμη ή όχι; Εκείνο που έβλεπε ήταν το αποτέλεσμα. Και όταν χρειάστηκε να πάει να ψηφίσει, έφερε το Χρυσό Ξημέρωμα με μεγάλη διαφορά μέσα στη Βουλή…γιατί το αποτέλεσμα μετράει…

Ήταν πολύ αργά ένα βράδυ, όταν ακούστηκαν φωνές και κάτι να σπάει στο σπίτι του Raj, στο διπλανό μου σπίτι! Πνιχτές ήταν οι φωνές και ο θόρυβος κράτησε λίγο, αλλά μετά μπορούσαμε να ακούσουμε το κλάμα της Suraiya και τις φωνές της Devica
Θα ήμασταν πιο αλήτες απ’ τους χρυσαλήτες αν δεν τρέχαμε να δούμε τι συμβαίνει. Δεν ήταν η περιέργεια, ούτε ο ανθρωπισμός νομίζω, ήταν ίσως εκείνη η πρωτόγονη, ανθρώπινη διαίσθηση ότι κάτι κακό συμβαίνει στο διπλανό μου και πρέπει να κάνω κάτι, γιατί αυτό το κακό θα έρθει και στην πόρτα μου. Φυσική, άμεση αντίδραση στον κίνδυνο, πριν αποφασίσεις να μην τον αντιμετωπίσεις τελικά. 
Ξέρετε τι λένε; Όταν σου συμβεί κάτι κακό, μην φωνάξεις «Βοήθεια». Φώναξε «φωτιά», γιατί μόνο τότε θα έρθουν να σε σώσουν. Στο «Βοήθεια», ο κόσμος ταμπουρώνεται και κλείνεται στο καβούκι του, σου λέει «άντε τώρα να σώσουμε το τομάρι μας, μη βρούμε και κανέναν μπελά», ενώ η φωτιά απειλεί κι εκείνους κι έτσι τρέχουν να βρούνε την εστία της και να κάνουν κάτι γι’ αυτή. Αυτό είναι το «παράπλευρο σώσιμο»…

Έτσι όλοι βρεθήκαμε έξω απ’ την πόρτα του Raj, τη σπασμένη πόρτα του. Αυτό που αντικρίσαμε, μόνο αν ήμουν καλός ζωγράφος θα μπορούσα να σας το απεικονίσω, γιατί με τα λόγια δεν μπορώ.

Ο Raj ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα, με το κεφάλι του μέσα στα αίματα, αναίσθητος. Η Devica, χτυπημένη κι αυτή άσχημα βρισκόταν σε κατάσταση υστερίας και ούρλιαζε βλέποντας τον αιμόφυρτο άντρα της. Το σπίτι όλο ήταν διαλυμένο, τα πάντα σπασμένα, σκισμένα και κατεστραμμένα. 
Ένα κασκώλ με σβάστιγκα ανέμιζε κρεμασμένο στο χερούλι της πόρτας, έτσι για να μην υπάρχει αμφιβολία ποιος το έκανε, έτσι, για να ξέρουν ότι κάποιοι δεν αστειεύονται…κι αυτοί οι κάποιοι είχαν ταυτότητα, την οποία διαφήμιζαν χωρίς ντροπή.

Ενστικτωδώς, έψαχνα να βρω το παιδί. Άλλοι έτρεχαν να πάρουν την Αστυνομία, άλλοι να φωνάξουν το Πρώτων Βοηθειών, η δική μου αγωνία ήταν η μικρή μελαχροινή κουκλίτσα, έψαχνα να βρω τις μπουκλίτσες της κάπου να ξεπροβάλλουν. Τελικά, τη βρήκα κάτω από ένα τραπέζι, που από τύχη προφανώς είχε μείνει όρθιο. Την τράβηξα να βγει και την πήρα αγκαλιά. Έτρεμε ολόκληρη και με το ζόρι ήρθε κοντά μου. Τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα από το φόβο και δακρυσμένα, αλλά ήταν βουβή, μετά το πολύ δυνατό της κλάμα. Δεν άπλωσε τα χέρια της να πάει στη μητέρα της, κοίταζε μόνο τον πατέρα της που με το ζόρι ανέπνεε. 
Την απομάκρυνα από το δωμάτιο, την πήρα σπίτι μου και την κράτησα εκεί όλη την υπόλοιπη νύχτα, στο κρεβάτι μου, αγκαλιά, μέχρι που τα ματάκια της έκλεισαν, όπως συμβαίνει σε όλα τα μωρά του κόσμου όταν αποκάμουν, ανεξάρτητα από το χρώμα που έχουν.

Η Αστυνομία ήρθε και πήρε καταθέσεις απ’ όλους μας. Οι «καθαριστές» είχαν κάνει τη δουλειά τους πολύ καλά κι όπως μάθαμε αργότερα, είχαν πρώτα περάσει από το ψιλικατζίδικο του Raj και το είχαν κάνει καλοκαιρινό. 
Προφανώς, ένας κάποιος πατριώτης «ανταγωνιστής» έχανε τη δουλειά του από τον Raj και φώναξε τους Ghost Busters για να τον βγάλουν απ’ τη μέση. 
Ήταν πολύ τυχερός που τελικά επέζησε. Τον είχαν μαχαιρώσει, είχαν χτυπήσει τη Devica πολύ άσχημα, κλωτσώντας την στο στομάχι, ενώ την κρατούσαν όρθια με το ζόρι, για να βλέπει τι ακριβώς κάνανε στον άντρα της και να μην το ξεχάσει ποτέ!

Η ζωή μετά απ’ αυτό, συνεχίζεται. Δεν ξέρω αν είναι πια αρμονική. Ο Raj έκλεισε το μαγαζάκι του και τώρα δουλεύει υπάλληλος στο σούπερ μάρκετ ενός συμπατριώτη του, του Dilip. Δεν ξέρω για πόσο ακόμα. Όταν τους ρώτησα γιατί δεν φεύγουν ή γιατί δεν έκαναν μήνυση γι’ αυτό που τους συνέβη, μου είπαν ότι θα είχαν περισσότερα προβλήματα αν το είχαν κάνει αυτό. Εξάλλου, ακόμα κι έτσι είναι καλύτερα εδώ για εκείνους. Δεν έχουν πού να πάνε, αν γυρίσουν πίσω. Θέλουν να ζήσουν σ’ έναν τόπο, που το παιδί τους δεν θα κινδυνεύει. Ομολογώ ότι όταν το άκουσα αυτό, χαμογέλασα με πικρία…Ναι, εδώ δεν κινδύνεψε…

Η μικρή Suraiya δεν έχει ξαναμιλήσει από τότε, δεν έχει πια φωνή. 

Παίζει πάλι με τα παιχνίδια της και πολλά πέφτουν στο μπαλκόνι μου, αλλά όταν της τα δίνω, δεν χαμογελάει πια. Δεν ξέρω αν θα ξεχάσει ποτέ της ή αν θα μιλήσει ποτέ της. Ο γιατρός που την είδε λέει ότι αν ξεπεράσει το σοκ των όσων είδε, μεγαλώνοντας, θα ξαναμιλήσει. Λέει ότι τα παιδιά ξεχνάνε. Ολόκληρα κομμάτια μνήμης απαλείφονται απ’ τον εγκέφαλο, είναι σαν να «καθαρίζει» μόνος του, αποπέμποντας ό,τι τον εμποδίζει να λειτουργεί… 

Κι άλλος «καθαρισμός»! 

Πήξαμε στην καθαριότητα και ακόμα ζούμε μέσα στη βρωμιά…

Οι μέρες πέρασαν λοιπόν και ήρθαν οι προηγούμενες, όπου όλοι ζήσαμε τα όσα ζήσαμε, με τη Χρυσή Αυγή να διώκεται για ποινικά αδικήματα. Άλλοι μπήκαν, άλλοι βγήκαν. Ούτε αυτό θα το εξετάσω εδώ πέρα, γιατί είναι τόσο τεράστιο ζήτημα, που φοβάμαι ότι η μία ώρα δεν φτάνει, μια ζωή θα θέλω και ακόμα δεν θα μπορώ να καταλήξω σε συμπέρασμα… Ειπώθηκαν πολλά, γράφτηκαν περισσότερα και ακόμα τα κανάλια βρίθουν στα πορτοπαράθυρα από υποστηρικτές της μιας ή της άλλης άποψης, όταν δεν ασχολούνται με το πόσα χρόνια έφαγε -δικαίως ή αδίκως- η κυρία Σταμάτη…

Προχθές το βράδυ, μετά από πάρα πολύ καιρό, ξανακούσαμε γκαζάκια να σκάνε. Τη τζαμαρία της απέναντι πολυκατοικίας την κάνανε πάλι…αόρατη! Ε, είχε έρθει η ώρα της, έπρεπε και να αλλαχτεί…κι εμείς γίναμε και πάλι η παλιά, καλή, γνωστή  Λωρίδα της Γάζας…

Την επόμενη μέρα, τα παππούδια της γειτονιάς είχαν συνεδρίαση, έξω απ’ την τράπεζα, γωνία Αχαρνών και Αγίου Μελετίου. Ξέρετε, εκεί που κάθονται στην ουρά και περιμένουν με τις ώρες απ’ τα αξημέρωτα…ε, εκεί!

Λέει λοιπόν μια γιαγιά, ταραγμένη:

-         Εϊδατε; Είχαμε τη Χρυσή Αυγή και είχαμε ησυχάσει. Τώρα που τους έπιασαν να δούμε τι θα απογίνουμε πάλι, παιδάκι μου!
-         Μα, βρε γιαγιά, εγκληματίες λένε ότι είναι, γι’ αυτό τους πιάσανε!
-    Και ποιος τα λέει αυτά, παιδάκι μου; Αυτοί που δεν ξέρουν! Να έρθουν να ρωτήσουν εμένα, που την άλλη φορά τους πήρα να έρθουν να μαζέψουν εκείνη τη μαύρη πόρνη στον πρώτο, που το είχε κάνει θου Κύριε, φυλακή το στόμα μου, το σπίτι της κι έμπαινε ο κάθε μαύρος μέσα και γινόταν εκεί μέσα του κουτρούλη κι άντε να ησυχάσουμε εμείς…Και ήρθανε τα καλά παιδιά! Τρέξανε αμέσως!
-       Και δεν σε νοιάζει, βρε γιαγιά, που χτύπαγαν τον κόσμο; Που είχαν όπλα; Που σκότωναν καταμεσής στο δρόμο;
-        Αυτά, παιδί μου, τα διαδίδει ο Πρετεντέρης και οι όμοιοί του. Δεν ξέρουν αυτοί όμως, δεν έχουν έρθει κατά δω να δούνε τι γίνεται! Άμα, πρέπει να βγάλει όπλο κανείς για να αμυνθεί για το πεντάευρο, ε τότε να το βγάλει!

Όπως είναι αναμενόμενο, δεν είχε νόημα να συνεχιστεί η συζήτηση με τη γιαγιά, ιδίως που κρατούσε σηκωμένη και τη μπαστούνα της…τα επιχειρήματά μου μάλλον θα έπεφταν στο κενό, άσε δηλαδή που θα έπεφτε και καμία ψιλή…

Και η ζωή συνεχίζεται στα μαγευτικά Πατήσια…

«Και τώρα; Ποιος θα μας νοιαστεί;» Μεγάλο ερώτημα και δυστυχώς το άκουσα κι από ανθρώπους συνομηλίκους μου και αυτό με τρόμαξε πιο πολύ.

Όπως το καταλαβαίνω εγώ, το Κράτος στο οποίο καλούμαι να ζήσω και του οποίου τους φόρους πληρώνω -θέλω δεν θέλω- αδυνατεί να δώσει δίκαιες και νόμιμες λύσεις στα προβλήματα. Δεν μπορώ να ελπίζω ότι η Ελληνική Αστυνομία θα φροντίζει για την ασφάλεια τη δική μου και του παιδιού μου κάθε βράδυ.

Θα πρέπει να δεχτώ ότι η μοναδική λύση που μου απομένει είναι να ζω σε καθεστώς γκέτο –γιατί τέτοιο είναι κι όποιος δεν το παραδέχεται, ίσως απλά δεν το ζει αρκετά κοντά- μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, φοβούμενη να κυκλοφορήσω από το απόγευμα και μετά, επειδή κανείς δεν είναι αρκετά ικανός να με προστατέψει. 

Ή να αποδεχτώ ότι απαιτείται ένας εγκληματικός οργανισμός, που θα φροντίζει για όλα εκείνα που είναι αποκλειστική αρμοδιότητα και φροντίδα του κράτους, γιατί δεν μπορώ να αντιληφθώ με σαφήνεια για ποιον άλλο λόγο θα πρέπει να είναι ΑΚΟΜΑ και σήμερα τόσο μεγάλο το κράτος αυτό- και αποδεχόμενη αυτό το γεγονός, θα πρέπει να αποδεχτώ και τις λειτουργίες του και να κλείνω τα μάτια σ’ αυτές.

Να βλέπω δηλαδή να σκοτώνουν το διπλανό μου επειδή το χρώμα του δεν είναι ίδιο με το δικό μου και να το βουλώνω; Και θα το επιτρέψω αυτό να συμβεί, γιατί; Επειδή δεν αντέχω τη μυρωδιά του σκόρδου και του κρεμμυδιού;
Να γίνω δηλαδή σαν τα τρία πιθηκάκια, του άκου, βλέπε και μη μιλάς; Και πού; Στην πατρίδα μου; Στο σπίτι μου;

Basta! Που λένε και οι φίλοι μας οι Ιταλοί! Basta και βάστα!

Μου θυμίζει τον Αμορί, τον Λεγάτο του Πάπα στη Μπεζιέ, το 1209. Όταν ρωτήθηκε πώς θα ξεχωρίσουν τους αιρετικούς (Καθαρούς) από τους άλλους κατοίκους της κατακτημένης πόλης, εκείνος απήντησε: «Σκοτώστε τους όλους! Ο Θεός θα αναγνωρίσει τους δικούς του»! Τόσο απλό; Κι αν μπλέξουμε στο ποιος Θεός είναι ο πιο δυνατός; Αν κι εκεί ακόμα παίζει ρόλο το χρώμα του Θεού μας; Και το χειρότερο: Αν, μακριά από μας, δεν υπάρχει τελικά Θεός, τι;;; Θα περιμένουμε στ’ αλήθεια ποιος θα μας λυπηθεί από κει πάνω;

Το κράτος που ζω, μου έχει δώσει μια ταυτότητα, που λέει ότι είμαι Ελληνίδα. Και ως τέτοια, λέει, έχω τις εξής δύο επιλογές, προκειμένου να συνεχίσω να κατοικώ μέσα στο ίδιο μου το σπίτι:

Να επιλέξω αν η περιοχή μου θέλω να μοιάζει με τη Λωρίδα της Γάζας ή να θυμίζει την κακή ιστορία που οδήγησε στο  Άουσβιτς.

Γιατί αυτό εκλήρωσε στα μαγευτικά Πατήσια!  

Όχι, αυτό δεν είναι επιλογή, φίλοι μου καλοί. Δεν ήταν ποτέ αληθινή επιλογή!

Η χρήση βίας είναι πολύ φτωχή λύση για κάθε πρόβλημα. Γι’ αυτό τη χρησιμοποιούν μόνο τα παιδιά και τα μεγάλα έθνη, λέει ο Φρίντμαν και μήπως θα έπρεπε να ληφθεί υπόψιν απ’ τους ιθύνοντες τούτου του τόπου;

Δεν θέλω να ζω μέσα στην τρομοκρατία που γεννάει ο φόβος για το άγνωστο, η πείνα και η φτώχεια. Δεν θέλω να αντικρίζω το έγκλημα κι αυτό να το θεωρώ λύση στο όποιο πρόβλημα συγκατοίκησης έχω με λαούς που κάποιος τους χρωμάτισε πιο σκούρους από μένα…

Υπάρχει ένας πραγματικά πολύ εύκολος τρόπος να σταματήσουμε την τρομοκρατία και τη βία, αν στ’ αλήθεια αυτός είναι ο στόχος μας.

Πρέπει απλά να σταματήσουμε να είμαστε μέρος της. Να σταματήσουμε να την αποδεχόμαστε!

Κι εγώ δεν θέλω να είμαι πια μέρος της. Δεν πρόκειται να δεχτώ ποτέ ότι η λύση να αποφύγω τη μυρωδιά από τα κρεμμύδια, η λύση για να μην έχω κοριούς στο σπίτι μου, που πηδάνε μέσα από τη βρωμιά αυτών των «ξένων» είναι να υπάρχει κάποιος που τους δέρνει τόσο πολύ, ώστε να τους τρέψει σε άτακτη φυγή.

Θέλω να ξανακούσω τη Suraiya να μιλάει και να βλέπω τις όμορφες μπούκλες της να κυματίζουν στον αέρα, κάθε φορά που θα κουνάει το κεφάλι της γελώντας ευτυχισμένη. Θέλω να μην ξαναδώ κανέναν να κλαίει μπροστά σε ένα ματωμένο κεφάλι και να μην βλέπω πόρτες γκρεμισμένες. Θέλω οι άνθρωποι να έχουν την επιλογή να καταγγέλλουν το βασανιστή τους και να βρίσκουν δικαίωση τελικά. Κι όταν επιλέγουν να φύγουν, να φεύγουν επειδή οι ίδιοι το θέλησαν, όχι επειδή κάποιος τους έχει αναγκάσει να το κάνουν. 

Θέλω όμως να μην βλέπω και βιτρίνες σπασμένες, θέλω τα παππούδια της γειτονιάς μου να μην φοβούνται να κοιμούνται ήσυχοι μέσα στο ίδιο τους το σπίτι και στα μαγευτικά Πατήσια να υπάρχουν εκείνες οι παλιές μυρωδιές από γιασεμιά τα καλοκαιρινά βράδια, εκείνες με τις οποίες μεγάλωσα από παιδί. 
Θέλω να κυκλοφορώ τα βράδια ήσυχη και αμέριμνη και να μην φοβάμαι ποιος θα ξεπροβάλλει από την κάθε γωνία ή την κάθε φυλλωσιά. Και θέλω να υπάρχει ένα κράτος που θα μου τα διασφαλίζει όλα αυτά, ελέγχοντας κατ’ αρχήν ποιον βάζει μέσα στα όριά του και τι συνθήκες του δημιουργεί για να ζει, ώστε να μην χρειάζεται να σκοτώσει εμένα για να το κάνει!

Πάνω απ’ όλα, θέλω να μη μου λέει κανείς ότι η μία κατάσταση αποτελεί τη μοναδική λύση για την άλλη! Δεν θέλω να με βάζει κανείς να διαλέξω αν θα ζω στη Λωρίδα της Γάζας ή αν θα μεγαλώνω δίπλα μου το σποράκι που θα οδηγήσει σε ένα αυριανό Άουσβιτς ξανά, όταν τα χρόνια περάσουν κι όταν οι μνήμες που το κρατούν μακριά μας δεν θα είναι πια νωπές.

Πολλοί μου είπαν ότι ήταν ατυχής ο τίτλος της εκπομπής και η σύγκριση. Ένας άνθρωπος, του οποίου την άποψη σέβομαι και εκτιμώ πολύ, μου είπε και πολύ σωστά ότι ιστορικά έχουν υπάρξει πολλές δικτατορίες. Και φασιστικές και κομμουνιστικές κι ότι Άουσβιτς δεύτερο ευτυχώς, δεν υπήρξε.

Όμως και το Άουσβιτς ήταν το τέλος ενός σπόρου που φύτρωσε κάποτε κι έγινε γίγαντας, που έπνιξε στο αίμα εκατομμύρια ανθρώπους.

Η ιδέα που υπάρχει πίσω απ’ όλα αυτά είναι ότι οι άνθρωποι δεν γεννιούνται ίσοι, έχουν άλλη αξία οι μεν κι άλλοι οι δε και τελικά, η ζωή των «δε» δεν έχει καμία αξία τέτοια ώστε να τη σεβόμαστε ή να σκεφτόμαστε να τη θυσιάσουμε!

Αν δίπλα μου σήμερα υπάρχουν τέτοια φυτώρια, που μεγαλώνουν ανθρώπους που απαξιώνουν την ανθρώπινη ζωή κι όταν δίπλα μου πάλι υπάρχουν εκείνοι –νέοι ή γέροι- που τους δικαιώνουν στο όνομα μιας ψευδούς ασφάλειας που νομίζουν ότι τους παρέχουν, χωρίς να μπορούν να αντιληφθούν ότι αυτό από το οποίο νομίζουν ότι τους σώζουν είναι λιγότερο επικίνδυνο απ’ τους ίδιους τους σωτήρες, τότε ποιος μου εγγυάται ότι, προϊόντος του χρόνου, όταν η μνήμη θα έχει εξασθενήσει, αυτά τα φυτώρια δεν θα ξαναβγάλουν έναν τέτοιο γίγαντα, που θα οδηγήσει σ’ ένα νέο Άουσβιτς, μόνο πιο «εκσυγχρονισμένο»;

Ναι, ίσως η σύγκριση ήταν ατυχής, αλλά αυτό μόνο ήθελε να δείξει: Ότι μεταξύ τους δεν υπάρχει απολύτως καμία σύγκριση! Κι ότι αν έπρεπε ποτέ να διαλέξω μεταξύ τους, τότε η επιλογή είναι μόνο μία: Διαλέγω τη Λωρίδα της Γάζας και μάλιστα ανεπιστρεπτί!!!!!!!!

*******************


Σήμερα το Παραπονάκι μου ήταν θυμωμένο, εξαγριωμένο και πολύ λυπημένο, γιατί δεν δέχεται να συμβιβαστεί με τη βλακεία που μας ποτίζουν σαν δυνατό ναρκωτικό και με το γεγονός ότι θεωρούμε όλα όσα ζούμε ως απολύτως φυσιολογικά.

Γι’ αυτό ζητάει συγγνώμη, αν δεν ήταν ιδιαίτερα ευχάριστο, όμως πιστέψτε με ότι πολλές φορές δεν θα είναι…

Σας ευχαριστώ που ήσασταν εδώ, μαζί μου. Μετά από μένα ακολουθούν τα Ξεκούρδιστα Ρολόγια, ο Αλέξανδρος Μαρκουλάκης και ο Θάνος Κακουράτος, που θα σας κρατήσουν παρέα από τις δέκα ως τη μία, γι’ αυτό μείνετε συντονισμένοι στον CR RADIO.

Με την ελπίδα ότι το μυαλό μας θα αναπτύσσει συνεχώς μηχανισμούς άμυνας απέναντι σε όλα αυτά που μας σερβίρουν ως σωστά…


Καλή σας νύχτα και όλα να πάνε καλύτερα…μέχρι εμείς, οι ιδεαλιστές ανόητοι, ν’ αλλάξουμε τούτο τον κόσμο! 

Unknown

Αρθρογράφος - Μουσικός Παραγωγός

Τηλεόραση, μουσική, παραμύθια και κείμενα... Ο θαυμαστός κόσμος της δημιουργίας μου!

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου