Αγαπητό μου Ημερολόγιο, έφτιαξα το δικό μου παραμύθι - Ο βάτραχος και το παραπονάκι - μέρος τρίτον!

by 10.1.15 0 σχόλια
Είχαν περάσει τρία καλοκαίρια από τότε που ο βάτραχος για πρώτη φορά συναντήθηκε με τούτο το αλλόκοτο πλάσμα που το βάφτισε "Παραπονάκι". Τρία καλοκαίρια και άλλα τόσα Φθινόπωρα, Άνοιξες και Χειμώνες.


Τα νερά της λίμνης ήταν πια καθάρια και γάργαρα και μάζευε όλο και περισσότερο κόσμο κάθε μέρα. 

Μαζί με τον κόσμο, ήρθαν πίσω οι άλλοι βάτραχοι, κείνοι που είχαν εγκαταλείψει τη λίμνη όταν ήταν γκρίζα και βρώμικη, αναζητώντας την τύχη τους σε καλύτερα μέρη, όπως κάνουν πάντα όσοι βαριούνται να βελτιώσουν ετούτα εδώ.  

Τα νέα είχαν μαθευτεί και ποιος δεν θέλει να γυρίζει στον "τόπο του", όταν οι συνθήκες είναι πια καλές; Πόσο μάλιστα, όταν δεν έχει κάνει ο ίδιος τίποτα γι'αυτό! 

Ο βάτραχος, όσο κι αν είχε μεγαλώσει, όσο κι αν είχε κουραστεί ολομόναχος και εγκαταλελειμμένος από δαύτους, δεν μπορούσε να μην χαρεί με τούτο το γυρισμό τους, γιατί ό,τι και να πεις, "δικοί του" ήταν και σαν αυτό που σου μοιάζει, δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο...

Η ψύχρα έπεφτε αρκετή πια, το φθινόπωρο αποχαιρετούσε σιγά-σιγά και ο βάτραχος, μετά τη συνηθισμένη του βραδινή "περιπολία" για ένα σκουπίδι που ίσως είχε μείνει ξεχασμένο από κάποιο μικρό παιδί, γυρνούσε στην ασφάλεια του φύλλου του, εκεί που τον περίμενε το Παραπονάκι, όπως κάθε βράδυ, να πούνε τα νέα τους, να φάνε και να κοιμηθούνε, χαζεύοντας τ'αστέρια. 

Στο δρόμο όπως πήγαινε του φωνάζει ένα άλλο βατράχι:

-Καλησπέρα, κυρ-βάτραχε, δεν έρχεσαι από δω να μας κάνεις λίγο παρέα, που είμαστε μαζεμένοι; 

-Μα, ξέρεις, φίλε, εγώ πήγαινα τώρα να ξεκουραστώ, έχω αποκάμει όλη τη μέρα, γκρίνιαξε ελαφρώς ο κυρ-βάτραχος, που σκεφτόταν όμως ότι το Παραπονάκι τον περίμενε για να κοιμηθούνε παρέα.

-Έλα καημένε για λίγο, δεν χάθηκε ο κόσμος! Έχουν έρθει τόσοι παλιοί φίλοι και φέρνουν νέα από τον έξω κόσμο που δεν τα έχεις ξανακούσει. Δεν έχεις περιέργεια να μάθεις; 

Η αλήθεια είναι πως ο κυρ-βάτραχος, που ποτέ του δεν είχε ξεμυτίσει απ' τα όρια της λίμνης του, ήθελε να μάθει με τι μοιάζει ο έξω κόσμος. Ε, στο κάτω - κάτω δεν θα πάθαινε τίποτα το Παραπονάκι, αν αργούσε λιγάκι. Άλλωστε, θα είχε τόσα να του πει όταν θα πήγαινε κοντά του τελικά. Έτσι ακολούθησε το άλλο το βατράχι. 

Η παρέα ήταν μεγάλη και χαρούμενη. Μαζεμένη όλη γύρω από μια μεγάλη πέτρα, πάνω στην οποία είχαν ακουμπήσει μεγάλες πιατέλες με κάθε λογής "λιχουδιές"! Και τι δεν είχαν: 

Τι κουνούπια, τι σκουλίκια, τι αράχνες, μέχρι και μικρά ψαράκια υπήρχαν στις καλοφτιαγμένες πιατέλες, που τις είχαν φροντίσει οι κυρίες βατραχίνες. Οι ακούραστες κυρίες βατραχίνες, που δεν έβρισκαν μια στιγμή ησυχίας, αφού έπρεπε κάθε δυο και τρεις να τρέξουν μέσα στη λίμνη, όπου είχαν αφήσει τους μικρούς γυρίνους τους, κάθε φορά που άκουγαν ένα κόασμα να τις καλεί. Οι μάνες βλέπεις, δεν γνωρίζουν ξεκούραση, σε όποια φυλή ή ράτσα κι αν ανήκουν.

Όλη η παρέα μαζεμένη λοιπόν, άκουγε έναν πιο νέο και ζωηρό βάτραχο, που περιέγραφε τις περιπέτειές του, με τόση φαντασία και δύναμη, που όλοι κρέμονταν απ' τα χείλη του. Τον είχαν βάλει λέει, μέσα σε ένα ενυδρείο οι άνθρωποι, γιατί τον είχαν κάνει τσακωτό με μια απόχη και είδε κι έπαθε να βγει από κει μέσα! Άσε που τον ανάγκαζαν να τρώει "ακίνητη" τροφή! 

- Έλα, Θεέ μου, αναφώνησαν όλες μαζί οι κυρίες βατραχίνες, ανατριχιάζοντας στο άκουσμα.

Ήταν τόσο ζωντανή η διήγηση και χαρούμενη η παρέα, που ο κυρ-βάτραχος ξεχάστηκε και όταν πια γύρισε στο φύλλο του, κόντευε ήδη να ξημερώσει. Το Παραπονάκι ήταν κοιμισμένο και ο κυρ-βάτραχος δεν του μίλησε, έπεσε δίπλα να χαρεί μια σταλιά ύπνο, αφού ο ήλιος θα τον προλάβαινε σε λίγο...

Την άλλη μέρα, ξύπνησε αλαφιασμένος και βιάστηκε να φύγει. Το Παραπονάκι του είχε ετοιμάσει πρωινό και τον περίμενε, αλλά εκείνος είπε ένα "καλημέρα, βιάζομαι" κι έφυγε, αφήνοντάς το να τον κοιτάζει σαν απορημένο. Ούτε που πρόλαβε να του πει πόσο είχε ανησυχήσει το προηγούμενο βράδυ, που είχε βγει για να τον ψάξει. Τον είχε βρει να διασκεδάζει με την παρέα του, τον είδε να γελάει ευτυχισμένος μαζί τους, να τρώει και να πίνει τραγουδώντας, οπότε ήσυχο πια πως ήταν καλά, γύρισε να κοιμηθεί. 

Εκείνο το βράδυ, η παρέα ξαναμαζεύτηκε και το άλλο βράδυ ξανά και ξανά κι ήταν όλο και πιο όμορφες αυτές οι συναντήσεις, γεμάτες γέλια, φαγητό και τραγούδια, όπως γίνεται πάντα όταν μαζεύονται φίλοι που έχουν ζήσει όλη τους τη ζωή μαζί κι έχουν τόσα πολλά να πούνε... 

Ο κυρ-βάτραχος δεν ήρθε πολλές βραδιές για φαγητό με το Παραπονάκι κι εκείνο σταμάτησε να τον ψάχνει και να τον περιμένει.Ήξερε πια πως ήταν με τους "δικούς του". Ήξερε πως εκείνο δεν ήταν ένας απ' αυτούς...

Οι μέρες περνούσαν, οι δουλειές στη λίμνη δεν τελείωναν ποτέ και ο κυρ-βάτραχος, από τη μία κουραζόταν πολύ το πρωί, απ'την άλλη ξενυχτούσε πολύ το βράδυ. Ήταν ήδη μεγάλος όμως κι αυτές οι αντοχές του τον εγκατέλειπαν. Έτσι γίνεται πάντα, όταν προσπαθείς να συμπυκνώσεις όλη τη νιότη που δεν έζησες, στα ώριμά σου χρόνια. Είναι σοφό να ζούμε κάθε φορά αυτά που η ηλικία μας προστάζει, γιατί διαφορετικά, πληρώνουμε ένα τίμημα για κάθε τι "αφύσικο".

Τις βραδιές λοιπόν που η κούραση πλημμύριζε τον κυρ-βάτραχο, γυρνούσε νωρίς στο φύλλο του και έτρωγε με το Παραπονάκι του. Μαζί μιλούσαν για όσα η μέρα είχε φέρει, για τις δουλειές που είχαν γίνει και για εκείνες που έπρεπε να κάνουν την άλλη μέρα, για τους ανθρώπους που είχε έρθει να επισκεφτούν τη λίμνη, για τα πιτσιρικάκια που έπαιζαν κυνηγητό και αλάλιαζαν τον κόσμο απ' τις φωνές τους. Όμως, τίποτα δεν ήταν τόσο ενδιαφέρον όσο η ζωή έξω απ' τη λίμνη και, καθώς κανένας απ' τους δύο δεν την ήξερε, οι κουβέντες τους ήταν πάντα οι ίδιες και οι ίδιες μετρημένες και όχι τόσο διασκεδαστικές όσο ακούγονταν παλιά. 

Ο κυρ-βάτραχος ένιωθε πως ήθελε κάτι πιο πολύ, η παρέα -κάθε που δεν πήγαινε- του έλειπε και το Παραπονάκι, απλώς δεν ήταν πια αρκετό. Γινόταν σκυθρωπός στην ιδέα αυτή, έμενε σιωπηλός και κοίταζε τα αστέρια ξαπλωμένος ανάσκελα. Οι σιωπές είχαν αντικαταστήσει τις έντονες συζητήσεις τους και το Παραπονάκι, που συνήθως ήταν το πολυλογούδικο της ιστορίας, καταλάβαινε πως, αν υπήρχε μια μάχη που δινόταν εκεί πέρα, την είχε χάσει, γιατί κανείς δεν το είχε ειδοποιήσει ότι ξεκίνησε. Έτσι, έμενε κι εκείνο σιωπηλό. 

Οι σκέψεις που κρατούσαν ο καθένας για τον εαυτό του όμως "φώναζαν" μέσα στο μυαλό τους κι έτσι και οι δύο-ο κυρ βάτραχος και το Παραπονάκι- νόμιζαν ότι γύρω υπήρχε αρκετή φασαρία και κανείς απ' τους δύο δεν κατάλαβε, πόσο απομακρύνονταν μέρα με τη μέρα...

Η λίμνη είχε γεμίσει κόσμο, ανθρώπους, βατράχους, φωνές, τραγούδια. Αλλά Παραπονάκι άλλο δεν υπήρχε, βλέπεις κάποια πλάσματα έρχονται σ'αυτόν τον κόσμο καταδικασμένα να ζούνε μοναχά. Τα λένε και "μοναδικά", αλλά δεν ξέρουν αυτοί, το "μοναδικός" απ' το "μοναχός" είναι μια παρέα ίδιων δρόμος...

Έτσι, το Παραπονάκι άρχισε να περνάει τα βράδια του με τον καντινιέρη, που ανησύχησε απ' την κατάσταση αυτή. Το έβλεπε μαραμένο και μόνο του και τον κυρ βάτραχο εξαφανισμένο και δεν καταλάβαινε. Μια φορά το ρώτησε:

-Πού είναι ο φίλος σου; Γιατί δεν σας βλέπω πια μαζί; 
-Είναι με τους φίλους του, τους δικούς του, απήντησε το Παραπονάκι.
-Κι εσύ δεν είσαι φίλος του; Δεν είσαι δικός του; ξαναρώτησε ο καντινιέρης. 
-Όχι, εγώ δεν είμαι βάτραχος, δεν βλέπεις; Είμαι Παραπονάκι! 
-Και τι, οι βάτραχοι μόνο με βατράχους είναι φίλοι; Εγώ νόμιζα πως εσείς οι δύο ήσασταν οι καλύτεροι φίλοι στον κόσμο. 
-Ήμασταν, είπε το Παραπονάκι, όταν τούτος ο κόσμος που λες ήταν άδειος. Σε έναν άδειο κόσμο μοιάζει να μην μπορείς απ' το να είσαι φίλος με το κάθε τι που θα σου κάνει συντροφιά. Αλλά την αληθινή επιλογή την κάνεις όταν αυτός ο κόσμος γεμίσει! Ε, φαίνεται, ότι στον γεμάτο κόσμο, ένας βάτραχος προτιμάει για φίλους τους βατράχους κι όχι τα Παραπονάκια. Κι άντε καληνύχτα τώρα, γιατί κουράστηκα! 

Λέγοντας αυτά, το Παραπονάκι έφυγε. Οι ώμοι του είχαν γύρει κι έμοιαζε πικραμένο. 

Ο καντινιέρης καταλάβαινε, το είχε ζήσει αυτό με τους ανθρώπους, ήταν κι ο ίδιος θύμα μιας επιλογής που δεν έγινε από κάποιους, αλλά δεν περίμενε ότι αυτό θα ήταν το ίδιο και για τους βατράχους! 

Θύμωσε πολύ είναι η αλήθεια, γιατί το συμπαθούσε το Παραπονάκι, κυρίως όμως γιατί ήξερε πόσο καλό έκανε στον κυρ βάτραχο, πόσο τον είχε βοηθήσει και δεν του φαινόταν δίκαιο, τώρα που εκείνου είχαν ξαναγυρίσει οι συγγενείς του, να το αφήνει μόνο του. 

Ένας κύριος δεν θα το έκανε ποτέ αυτό! Κι ας ήταν και πράσινος! 

Θα τονε κανόνιζε την επόμενη μέρα!

Το άλλο πρωί, στη συνηθισμένη του βόλτα προς την καντίνα, ο κυρ βάτραχος άκουσε τον καντινιέρη να τον φωνάζει:

- Ε, κυρ βάτραχε! Κόπιασε λίγο να τα πούμε! Όλο δουλειά, δουλειά, κάνε και λίγη στάση. Έλα να μου πεις τα νέα σου, σε έχω χάσει τελευταία. 

-Ναι, βλέπεις η λίμνη γέμισε με κόσμο! Και δεν τους προλαβαίνω πια. 

- Ε, καλά, η λίμνη γέμισε με κόσμο το πρωί, τα βράδια τι κάνεις; Μαθαίνω μαζεύτηκε το σινάφι σου και καλοπερνάτε, ε;

-Ναι, όμορφα είναι. Μαζευόμαστε κάθε βράδυ, τρώμε, πίνουμε και τραγουδάμε. Σαν τον παλιό καιρό, ξέρεις, πριν φύγουν όλοι αυτοί και μ' αφήσουνε μονάχο. Άσε το τι νέα έχουν να μου πούνε απ' το μεγάλο κόσμο! Τόσες μέρες λέμε κι ακόμα όλα δεν τα έχουμε πει!

- Τι μου λες εκεί! Τόσο καλά πια περνάτε! Μα, αν είναι έτσι, να έρθω κι εγώ καμιά βολά, να καλοπεράσω, που τα βράδια πέφτω μονάχος μου και κοιμάμαι αποκαμωμένος απ' την κούραση...φαντάζομαι πόσο ωραία περνάει και το Παραπονάκι σου. 

-Χμ...το Παραπονάκι μου; Όχι, όχι, δεν έρχεται μαζί μου. 

-Μπα; Πώς κι έτσι;

-Μα...μα δεν είναι βάτραχος! 

-Ε, και τι μ'αυτό; Τόσο καιρό που ήσασταν οι δυο σας έπαιξε αυτό κανένα ρόλο; Πάλι βάτραχος δεν ήντουνε! Κάτι δεν μου λες καλά, κυρ βάτραχε ή εγώ είμαι γέρος πολύ πια και δεν καταλαβαίνω. Αλλά, ως γέρος, μια κουβέντα μπορώ να πω: Αυτόν που σου κρατάει το χέρι κάθε μέρα, στα δύσκολά σου, αξίζει να τον φέρνεις και στη χαρά σου, είναι η ανταμοιβή του, ακόμα κι αν ποτέ δεν στη ζητήσει...

Ο κυρ βάτραχος έφυγε κουνώντας το κεφάλι. Καταλάβαινε τι του έλεγε ο καντινιέρης, μα πάλι, δεν του ρχότανε καλά να πάρει το Παραπονάκι μαζί του. Αταίριαστο το ένιωθε, άσε που, πού να εξηγεί τώρα στους άλλους τι ήτανε και πώς ακριβώς ζούσαν μαζί τόσα χρόνια! 

Δύσκολα πράγματα κι εκείνος ήταν πια πολύ μεγάλος για να τα βάζει με τα δύσκολα. 

Στο κάτω κάτω, του είχαν λείψει τόσο πολύ οι δικοί του και τώρα που γύρισαν ήθελε να αναπληρώσει το χαμένο χρόνο. Όχι, πολύ καλά το σκέφτηκε απ' την αρχή, το Παραπονάκι δεν μπορούσε να τον ακολουθήσει. Η παρέα δεν θα δεχόταν ποτέ κάποιον "απέξω", κυρίως ένα ροζ, ακαταλαβίστικο πλάσμα, που δεν ήξεραν καν από πού ερχόταν! Όχι, όχι, μια χαρά τα είχε τακτοποιημένα όλα: Το Παραπονάκι ζούσε μαζί του, δούλευε μαζί του, αλλά η παρέα ήταν άλλο πράγμα και το κάθε τι είχε τη θέση του! 

Πέρασε λίγος καιρός ακόμα. 

Όλο και περισσότεροι βάτραχοι γύριζαν πίσω στη λίμνη "τους", τώρα που ήταν καθαρή. Μαζί γύρισε κι εκείνος ο βάτραχος, ο δανδής, εκείνος που του είχε κλέψει την όμορφη βατραχίνα, που είχε ποθήσει η καρδιά του και που τον άφησε με σμπαραλιασμένη την καρδιά για να πάει να "κατακτήσει τον κόσμο". Γύρισε μονάχος, η βατραχίνα τον είχε αφήσει από καιρό για κάποιον τρίτο - άπιστη η καρδιά του θηλυκού κι ας είναι και πράσινη!- και ο δανδής δεν είχε αλλάξει καθόλου, πάντα κομψός, χαμογελαστός και εκνευριστικός όσο και τότε! 

Τα βράδια περνούσαν πότε έτσι, πότε αλλιώς για τον κυρ βάτραχο, μόνο που το "αλλιώς" με το Παραπονάκι δεν ήταν πια όπως παλιά. Μια απ'αυτές τις βραδιές, εκείνο δεν έμεινε σιωπηλό:

-Καλέ μου βάτραχε, τι σου συμβαίνει; Κάτι απασχολεί το νου σου. Μπορώ να σε βοηθήσω;

-Τίποτα δεν συμβαίνει! Τι είναι αυτά που λες! Μια χαρά είμαι. 

-Εντάξει, αλλά δεν είσαι τόσο ευχαριστημένος μαζί μου πια. Δεν μου πολυμιλάς και μοιάζεις συνεχώς αφηρημένος, σαν να ήθελες να είσαι κάπου αλλού. Χθες που σου μίλησα, μου φώναξες χωρίς λόγο. Όχι κάποιον που να ξέρω, τουλάχιστον. Δεν θέλεις να μου πεις τι συμβαίνει; Τι έχω κάνει;

- Δεν συμβαίνει τίποτα! Όλα αυτά είναι υπερβολές! Δεν καταλαβαίνω, τι ακριβώς θέλεις; 

- Μα, καλέ μου βάτραχε, θυμάσαι πώς ήσουν τις πρώτες μέρες που ήρθα στη λίμνη; Στεναχωρημένος, αμίλητος, όλο σκεφτικός; Έτσι είσαι και πάλι και τώρα δεν καταλαβαίνω το γιατί, αφού κι εγώ είμαι εδώ και τόσοι φίλοι σου γύρισαν...θα έπρεπε να γελάς συνέχεια ευτυχισμένος. Δεν μου αρέσει να σε βλέπω έτσι...

-Άμα δεν σου αρέσει, να φύγεις! Φώναξε ο κυρ βάτραχος και απομακρύνθηκε, αφήνοντας αποσβολωμένο το Παραπονάκι να κοιτάζει την πλάτη του...

Ήταν η πρώτη φορά από τότε που ζούσαν μαζί ο βάτραχος και το Παραπονάκι που εκείνος είπε τέτοια κουβέντα. Την ίδια κουβέντα που του είχε πει το πρώτο-πρώτο βράδυ που γνωρίστηκαν. Όμως τότε, η καρδιά του βατράχου ήταν κλειστή, ήταν τρομαγμένος και απόμακρος απ' όλους, τώρα, τρία ολόκληρα χρόνια μετά, με όλα όσα είχαν γίνει, το Παραπονάκι νόμιζε πως ήταν ικανοποιημένος, αν όχι ευτυχισμένος.

Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν δύσκολες πολύ. Τη μέρα κάτι γινόταν πάντα και ξεχνιότανε, αλλά τις νύχτες που γυρνούσε μόνο του στο μικρό τους απάγγειο, το Παραπονάκι ένιωθε όλο και πιο παρατημένο, έμοιαζε να ζει από τα περισσεύματα αυτών που άφηναν οι άλλοι βάτραχοι στην καρδιά του καλού του φίλου.

Ένα τέτοιο βράδυ, αποπειράθηκε να του μιλήσει πάλι:

- Βάτραχέ μου, πώς ήταν η μέρα σου;

-Όπως πάντα, κουραστική.

- Θέλεις να ετοιμάσω να φάμε;

- Όχι, έφαγα με την "συμμορία". Ξέρεις, εκεί οι βατραχίνες ετοιμάζουν πολύ ωραία πιάτα, γεμάτα φρέσκους μεζέδες. Είμαι χορτάτος και νυστάζω. 

- Α, κρίμα και σε περίμενα να φάμε μαζί. Για πες μου, λοιπόν, τι νέα λένε απ' τον έξω κόσμο;

- Ε, ένα σωρό, βλέπεις πήγανε πολύ μακριά κι έλειψαν καιρό, οπότε είναι μαζεμένα.

- Να πάμε μαζί μια βραδιά, θα ήθελα κι εγώ να τους ακούσω, τόλμησε να πει το Παραπονάκι. 

-Μα, τι λες τώρα; Αυτοί είναι βάτραχοι!

-Ε, και; Κι εσύ βάτραχος είσαι! Τρία χρόνια δεν τα πάμε καλά μαζί;

-Άλλο εγώ. Δεν έχεις καμιά δουλειά εσύ με τους δικούς μου. 

-Εγώ δεν είμαι "δικός σου" δηλαδή;

-Έλα τώρα, δεν έχεις καμιά δουλειά εκεί, πάει και τελείωσε. Σε παρακαλώ, ας μην ξανακάνουμε αυτή τη συζήτηση, αυτά τα πράγματα είναι δεδομένα.

-Μα, γιατί είναι δεδομένα; Μήπως ντρέπεσαι για μένα; Δεν είμαι αρκετά ευπαρουσίαστο; Δεν είμαι αρκετά διασκεδαστικό; Δεν δουλεύω πολύ; Τι φταίει και δεν με θέλεις μαζί σου;

-Οι χαζομάρες που λες, να τι φταίει! Κοίτα να δεις, εμένα η παρέα μου είναι αυτή, όλοι όσοι ζούσαν σε αυτή τη λίμνη όλα τα χρόνια της ζωής μου, που τους ξέρω. Τώρα που γύρισαν, θέλω να είμαι μαζί τους. Εσύ δεν είσαι το ίδιο. Σε ξέρω τόσο λίγο! Δεν μπορείς να συγκριθείς με αυτούς που ξέρω κι εμπιστεύομαι μια ολόκληρη ζωή. Κι άμα δεν σου αρέσει, φύγε! 

Ουπς! Το ξανά 'πε! 

Το Παραπονάκι δεν μίλησε άλλο. Πήγε για ύπνο εκείνο το βράδυ. Σκεφτόταν πόσο άδικο ήταν αυτό! Όλοι αυτοί που είχαν φύγει όταν η λίμνη ήταν βρώμικη και γκρίζα. Εκείνο είχε δουλέψει για να καθαριστεί η λίμνη και τώρα ήρθαν πίσω, όχι μόνο να καρπωθούν τη δική του τη δουλειά, αλλά να του πάρουνε το μοναδικό φίλο που είχε! Ποιοι; Αυτοί που δεν κούνησαν δακτυλάκι για όλα τούτα! Κι εκείνο δεν μπορούσε λέει να συγκριθεί μαζί τους, γιατί πού να συγκρίνεις τρία χρόνια με μια ολόκληρη ζωή! 

Κι αυτό το "άμα δεν σ'αρέσει φύγε", τι κουβέντα ήταν αυτή; Για να την ξεστομίσει κάποιος τόσο εύκολα, θα πει πως δεν του είναι τόσο σημαντικό το αν θα μείνεις ή θα φύγεις τελικά. Ή που πιστεύει πως δεν έχεις άλλη επιλογή. Αλλά έχεις: Δεν σ'αρέσει και φεύγεις! 

Πφ! 

Το Παραπονάκι είχε ξανακούσει τόσο εύκολες κουβέντες! Τις έλεγαν οι άνθρωποι, στον κόσμο απ' τον οποίο είχε έρθει. 

Είχε δει πώς τις πλήρωναν όλοι όσοι τις έλεγαν. Διώχνουμε πάντα με μεγαλύτερη ευκολία τον κόσμο γύρω μας, πολύ μεγαλύτερη απ' όση χρειάζεται για να τον ξαναφέρουμε κοντά μας. Στο τέλος, μένανε μόνοι όλοι αυτοί οι "άμα δεν σ'αρέσει φύγε".

Το Παραπονάκι αγαπούσε το γέρο-βάτραχό του. Αγαπούσε τις παραξενιές του, τις γκρίνιες του, όλα πάνω σ'αυτόν. 

Εκείνο το βράδυ, τον ακολούθησε, χωρίς να το πάρει χαμπάρι, ως το στέκι της "συμμορίας". 
Όλοι ήταν χαρούμενοι, μιλούσαν, έπιναν και τραγουδούσαν. Κοίταξε το πρόσωπό του. Ξαφνικά, ο γέρο βάτραχος ήταν πολύ όμορφος. Χαλαρός, ήρεμος, χαμογελαστός, ήταν έτσι ακριβώς όπως τον ήθελε να είναι. Έτσι όπως ήταν και μαζί του, πριν έρθουν όλοι τούτοι πίσω. Τίποτα δεν θύμιζε τον βάτραχο που μόλις είχε αφήσει το φύλλο τους, με εκείνη την ξερή κουβέντα: "Άμα δεν σ'αρέσει να φύγεις!" που είχε πει. Εκείνο το πρόσωπο ήταν σκληρό και αδιάφορο, ενώ τούτο εδώ, λίγες στιγμές μόνο μετά, ήταν ήρεμο, ευτυχισμένο. Ήταν αυτό που έπρεπε να είναι...κι αυτό δεν ήταν πια μαζί του. 

Το Παραπονάκι κατάλαβε, δεν ήταν δύσκολο δα: Ζούμε πάντα καλύτερα με τους ομοίους μας, εκείνους που γνωρίζουμε. Αγαπάμε να ρισκάρουμε με τα ξένα και τα περίεργα κάποιες φορές, αλλά η αληθινή ευτυχία βρίσκεται πάντα ανάμεσα σε εκείνα που καταλαβαίνουμε... όλα τα άλλα είναι για λίγο...

Γύρισε στο φύλλο του με σπασμένα λίγο τα φτερά του, αλλά σίγουρα πιο σοφό και όχι πια λυπημένο. Ο κυρ βάτραχος, που αγαπούσε τόσο, ήταν καλύτερα χωρίς αυτό. 
Θα μου πεις, μα δεν συνδυάζονται όλα αυτά; Να που δεν συνδυάζονται, όπως φαίνεται. 
Το Παραπονάκι μόνο εμπόδιο ήταν για όλη εκείνη τη νιότη που ο κυρ βάτραχος νόμιζε ότι θα ξανακέρδιζε, όλη εκείνη τη χαμένη νιότη που του στέρησε μια γκρίζα λίμνη, μια νόστιμη μα κουτή βατραχίνα, ένας κόσμος που δεν τον ταξίδεψε. Μήπως θα τον ταξίδευε τώρα; Ίσως όχι, αλλά αυτό δεν μπορούσε κανείς να του το πει και να τον πιστέψει. Γιατί βλέπεις, η ελπίδα είναι κάτι που όχι μόνο πεθαίνει τελευταίο, αλλά σε αποβλακώνει κιόλας, κατά έναν περίεργο, αλλά τόσο θαυμαστό τρόπο! 

Όχι, είχε έρθει η ώρα το Παραπονάκι να αφήσει τη λίμνη και τον βάτραχο να ζήσει το όνειρό του. Την αναζήτηση αυτού του "καλύτερου", το κυνήγι αυτής της χίμαιρας που εννιά φορές στις δέκα είναι δίπλα σου και δεν την παίρνεις χαμπάρι παρά μόνο αφού έχει στρίψει τη γωνία, όμως εσύ πρέπει να την κυνηγήσεις, γιατί έτσι είμαστε φτιαγμένοι, άνθρωποι, βάτραχοι, παραπονάκια και τι να κάνει κανείς γιαυτό; 

Εκείνο το τελευταίο βράδυ, το Παραπονάκι έμεινε ξάγρυπνο. Περίμενε τον κυρ βάτραχο να γυρίσει κι όταν εκείνος έγειρε να κοιμηθεί, έμεινε να παρακολουθεί την ανάσα του. Μέσα έξω, εισπνοή εκπνοή, ένας ήσυχος, ευχαριστημένος ύπνος. Έμεινε να μετράει τις ανάσες του όλη τη νύχτα και να απαθανατίζει στη φωτογραφική του μυαλού του το πράσινο πρόσωπο του καλού του φίλου. Βλέπεις, οι θύμησες είναι ό,τι καλύτερο μπορούμε να έχουμε από όλους αυτούς που αγαπάμε στη ζωή μας και τις κουβαλάμε χωρίς να είναι το ίδιο φορτικές με αυτούς τους ίδιους.

Την επόμενη μέρα, ο βάτραχος ξύπνησε κι ετοιμάστηκε να φύγει. 

Το Παραπονάκι τον κοίταξε και του χαμογέλασε: 

-Καλημέρα, καλέ μου βάτραχε. 

-Καλημέρα και σε σένα! Πώς κοιμήθηκες;

-Μια χαρά, σαν πουλάκι.

-Α, ωραία, άντε φεύγω τώρα, τα λέμε αργότερα.

-Ναι, καλή δουλειά, να περάσεις όμορφα.

Ο κυρ βάτραχος κοίταξε το χαμογελαστό Παραπονάκι κι έφυγε ήσυχος πως όσα είχαν πει μεταξύ τους το προηγούμενο βράδυ δεν ήταν τόσο σημαντικά ώστε να τους κάνουν να τσακωθούν. Ήταν ευχαριστημένος. Με τον τρόπο του, αγαπούσε κι εκείνος το Παραπονάκι του και δεν το ήθελε λυπημένο. Είχε περάσει καλά κι αυτό δεν είχε συνέπειες, τι άλλο να ζητήσει;

Όταν ο βάτραχος ήταν αρκετά μακριά πια, το Παραπονάκι ετοιμάστηκε και βγήκε κι αυτό.
Άφησε το μικρό του καταφύγιο, εκείνο που του είχε χαρίσει στέγη και χαρά τρία χρόνια τώρα, εκείνο για το οποίο είχε απαρνηθεί μια οικογένεια που τώρα δεν το περίμενε πουθενά. Πήρε τα λιγοστά του πράγματα και κίνησε. 

Οι δακρύβρεχτοι αποχαιρετισμοί δεν ταίριαζαν σε κανέναν. 

Εντάξει, το Παραπονάκι, ως ροζ που ήταν, θα ξεκίναγε τώρα και θα τελείωνε το κλάμα σε άλλα τρία χρόνια, αλλά ο κυρ βάτραχος αυτά δεν τα σήκωνε, επιπλέον, γιατί θα έπρεπε να το ζήσουν αυτό; 

Το χαμόγελο είναι πάντα καλύτερος αποχαιρετισμός απ'τη γκρίνια, ό,τι και να μου λέτε εμένα τώρα, άσε που ο άλλος σε θυμάται καλύτερα όταν χαμογελάς, παρά με εκείνα τα αντιπαθητικά δάκρυα και τις μύξες που τα συνοδεύουν...

Ο καντινιέρης του φώναξε, αλλά το Παραπονάκι δεν πήγε κοντά του. Ένας να του έλεγε καλή κουβέντα τώρα, θα τα έμπηζε. Έμεινε σε απόσταση ασφαλείας λοιπόν και του κούνησε το χέρι από μακριά. 

Λίγο μετά, ήταν μόνο μια μικρή κουκίδα στον ορίζοντα, πολύ μακριά απ' την όμορφη λίμνη, που κάτι είχε κάνει κι εκείνο για να τη ζωντανέψει...

Η μέρα κύλησε πολύ γρήγορα και το βράδυ, ο κυρ βάτραχος γύρισε στο απάγγειο του. Η παρέα σήμερα δεν είχε μάζωξη, ευτυχώς, γιατί ένιωθε πολύ κουρασμένος.

Κάτω απ' το φύλλο, δεν τον περίμενε κανείς, το Παραπονάκι δεν ήταν εκεί και δεν υπήρχε τίποτα για να θυμίζει ότι κάποτε υπήρξε εκεί...

Άρχισε να το ψάχνει γύρω γύρω. Κάποια στιγμή έφτασε στον καντινιέρη, που ξεκουραζότανε. 

-Τι ψάχνεις, κυρ βάτραχε;
-Μπας και είδες το Παραπονάκι; Γύρισα σπίτι και δεν ήτανε.
-Το πρωί το είδα, αλλά δεν μιλήσαμε. Μου κούνησε το χέρι και κίνησε για...μακριά.
-Μακριά;
-Ναι...μακριά. Μα πώς έφυγε; Δεν σε αποχαιρέτισε; 
-Όχι...δηλαδή ίσως...χμ, ναι, είπε τελικά ο βάτραχος, νομίζω με αποχαιρέτισε....καληνύχτα, καντινιέρη.
-Καληνύχτα, κυρ βάτραχε και..ίσως είναι καλύτερα έτσι. Εκείνο βλέπεις δεν ήταν βάτραχος, έτσι δεν είναι; 
-Ναι, δεν ήταν...

Ο βάτραχος γύρισε στο φύλλο του κουρασμένος. Έπεσε κι έμεινε να κοιτάζει τα αστέρια. 

Όλα εκείνα που είχαν μετρήσει δεκάδες φορές μαζί με το Παραπονάκι. 

Ξέρεις, εκείνο που δεν έμοιαζε με το μέτρο, δεν ήταν σίγουρα αρκετά βάτραχος για να είναι μέλος της συμμορίας...ήταν μόνο το Παραπονάκι "του".

**********************

Κάπου εδώ ίσως τελειώνει τούτο το Παραμύθι. 

Δεν ξέρω αν έχει "και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα", δεν έμαθα ποτέ τι απέγινε το Παραπονάκι και σίγουρα δεν έχω καμία ένδειξη για το τι σκέφτηκε ή τι κατάλαβε ο βάτραχος. 

Ξέρω μόνο πως το μαγικό πράγμα που συμβαίνει με τα Παραμύθια είναι που κανείς δεν γνωρίζει πότε ακριβώς αρχίζουν και πότε τελειώνουν, αν τελειώνουν...






Unknown

Αρθρογράφος - Μουσικός Παραγωγός

Τηλεόραση, μουσική, παραμύθια και κείμενα... Ο θαυμαστός κόσμος της δημιουργίας μου!

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου