ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΙΣΡΑΗΛ - ΜΕΡΟΣ Γ΄ (Η διαδρομή στη Ραμάλα και η συνάντηση με τον Αραφάτ)

by 25.7.14 0 σχόλια

Αγαπητό μου ημερολόγιο...Ταξίδι στο Ισραήλ - Μέρος γ' (Η διαδρομή στη Ραμάλα και η συνάντηση με τον Αραφάτ)

June 20, 2011 at 9:58pm
…Την επόμενη μέρα ήταν προγραμματισμένη η επίσκεψή μας στη Ραμάλα, όπου θα βλέπαμε τον Αραφάτ. Αυτό από μόνο του αποτελούσε ένα πολύ σημαντικό γεγονός, στα δικά μου μάτια δε, αποκτούσε τεράστιες διαστάσεις. Είναι απ’ αυτές τις εμπειρίες που δεν μπορούν να επαναληφθούν ποτέ.

Το να φτάσουμε στη Ραμάλα δεν ήταν και τόσο απλή διαδικασία. Δεδομένου ότι υπάρχει ένα όριο, μία γραμμή (αόρατη από το απλό και ανυποψίαστο μάτι), την οποία δεν μπορείς να περάσεις όταν είσαι Ισραηλινός και το αντίστοιχο συμβαίνει κι από την άλλη πλευρά. Το περίεργο με τα όρια αυτά (τα οποία έχουν θέσει οι άνθρωποι και τα έχουν βάψει με αίμα) είναι ότι πραγματικά για κάποιον τρίτο, έξω απ’ αυτό το «παιχνίδι» είναι απλές γραμμές! Ούτε καν συρματοπλέγματα δεν υπάρχουν, ούτε προειδοποιητικές πινακίδες, ούτε τίποτα!
Για να γίνει αυτή η, εκ των προτέρων συμφωνημένη, μετάβαση – γιατί η επίσκεψη ήταν και επίσημη και προγραμματισμένη – το υπουργείο Εξωτερικών του Ισραήλ είχε φροντίσει να υπάρχουν αυτοκίνητα, τα οποία θα μας συνόδευαν ως στο συγκεκριμένο σημείο. Εκεί πάλι η «άτυπη» Παλαιστινιακή κυβέρνηση θα μας παραλάμβανε με δικά της αυτοκίνητα και θα μας οδηγούσε στο αρχηγείο του Αραφάτ στη Ραμάλα, αφού απαγορευόταν στα ισραηλινά αυτοκίνητα να διαβούν τα συγκεκριμένα όρια.
Δεν ξέρω αν στην Κύπρο η πράσινη γραμμή είναι απλά μια χαρακιά στο χώμα, αλλά στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν τίποτα παραπάνω απ’ αυτό! Φτάσαμε σ’ ένα υψωματάκι – όπου υπήρχε ένα μικρό γεφυράκι. Εκεί σταμάτησε η ισραηλινή πομπή και έπρεπε να περπατήσουμε ως τη μέση της γέφυρας, όπου μας περίμενε ο υπουργός Οικονομικών των Παλαιστινίων, για να μας συνοδεύσει στη Ραμάλα.
Ξαφνικά, από τα κοστούμια περάσαμε στις στολές. Όλοι ήταν ντυμένοι με τις χαρακτηριστικές μπεζ στολές τους και ήταν πάνοπλοι σαν αστακοί! Τα δε αυτοκίνητα ήταν στρατιωτικά τζιπ, στα οποία δεν μπήκαμε – θα έλεγες ότι στοιβαχτήκαμε όπως – όπως. Στα παράθυρα του κάθε τζιπ ήταν κρεμασμένος κι από ένας στρατιώτης, με τη μέση έξω από το αυτοκίνητο και το όπλο στον αέρα.
Αυτή τη συγκεκριμένη διαδρομή δεν πρόκειται να την ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Ήταν η συγκλονιστικότερη εμπειρία που είχα ποτέ μου. Έχετε δει πολεμικές ταινίες, όπου μία πομπή από αυτοκίνητα τρέχουν μέσα σε κακοτράχαλους δρόμους και σκόνη σηκώνεται και πνίγει τους πάντες, ενώ οι στρατιώτες είναι ζωσμένοι και κραδαίνουν τα όπλα τους και σειρήνες ουρλιάζουν παντού; Ε, αυτό ακριβώς ήταν κι εγώ νόμιζα ότι βίωνα μία εξωσωματική εμπειρία. Περίμενα από κάπου να ξεπροβάλλει ξαφνικά ο Λώρενς της Αραβίας, καβάλα στ’ άλογό του, να με βουτήξει με μία του κίνηση και να με βάλει πάνω στο άλογο, χωρίς να μειώσει καθόλου τον καλπασμό του!
Δεν ξέρω πόση ώρα διήρκησε αυτό το ταξίδι. Παντού χώμα και σκόνη! Ατελείωτες εκτάσεις χωρίς σπίτια, χωρίς δρόμους, χωρίς ανθρώπους. Κάποια στιγμή άρχισαν να φαίνονται στο δρόμο μας κάποια σπίτια. Για την ακρίβεια, ήταν πλινθόκτιστα ορθογώνια κουτιά, που αντί για πόρτα είχαν μία κουρελού και κάτι μικρά τετράγωνα ανοίγματα για παράθυρα. Δίπλα στην αυτοσχέδια πόρτα, σε πολλά απ’ αυτά τα σπίτια, βρισκόταν κάτι που δεν μπορούσα αρχικά να διακρίνω, όταν όμως τα μάτια μου εστίασαν πιο προσεκτικά, διαπίστωσα ότι επρόκειτο για…γυναίκες! Ναι, οι πρώτες γυναίκες που έβλεπα (το «έβλεπα» είναι σχήμα λόγου), ντυμένες από πάνω ως κάτω με τη χαρακτηριστική μπούργκα, με μόνο άνοιγμα στα μάτια τους. Έστεκαν ορθές δίπλα στην πόρτα του σπιτιού τους, χωρίς να κινούνται, όπως ακριβώς οι τσολιάδες μπροστά από τη φρουρά τους. Έβλεπαν ατάραχες την πομπή να περνάει «σκούζοντας» και προφανώς δεν ανέπνεαν καν! Ούτε υπήρχε μία καρέκλα έστω δίπλα τους να καθίσουν, όπως κάθονται οι νοικοκυρές, βρε παιδί μου και πίνουν τον καφέ τους στη βεράντα τους. Εκείνες έμοιαζαν με τα τσοπανόσκυλα που στέκουν ορθά και περιμένουν εντολές από το αφεντικό τους, προσέχοντας ταυτόχρονα το κοπάδι… Τόση εντύπωση μου έκαναν αυτές οι γυναίκες που δεν παρατηρούσα πια τίποτε άλλο στη διαδρομή και γρήγορα συνειδητοποίησα ότι είχαμε φτάσει…
Είχαμε φτάσει στο αρχηγείο του Αραφάτ. Αυτό που θυμάμαι ήταν το πόσοι στρατιώτες κρέμονταν στην κυριολεξία σαν τα σταφύλια από τις «πολεμίστρες» - μπαλκόνια του κτιρίου αυτού, που ήταν πολύ μεγάλο για τα μάτια μου, πολύ απλό για να είναι το «αρχηγείο του Αραφάτ». Κι όμως ήταν….

Δεύτερο σοκ – αυτή τη φορά γι’ αυτούς – ήταν όταν κατεβήκαμε εγώ και η άλλη κοπέλα από τα αυτοκίνητα. Μας είχαν ήδη πει πώς πρέπει να ντυθούμε, για να μην προκαλέσουμε την «κοινή γνώμη», ωστόσο – παρά τις μακριές μας φούστες και τα σκεπασμένα από μανίκια χέρια μας, ήμασταν συγκριτικά «ξέσκεπες»  και φυσικά, συγκεντρώσαμε πάνω μας αρκετά θυμωμένα βλέμματα.


Βέβαια, προφανώς είχαν υπάρξει κι άλλες γυναίκες μέλη διπλωματικών αποστολών που τους είχαν επισκεφτεί στο παρελθόν, οπότε η συμπεριφορά τους, αν και απόμακρη – πάτωμα κοιτούσαν οι άνθρωποι – ήταν ωστόσο ευγενική.
Αφού περάσαμε πόρτες και πορτάκια, διαδρόμους και διαδρομάκια, όπου συναντήσαμε ένα μικρό μελίσσι ανδρών που πήγαιναν κι έρχονταν εκεί πέρα, τελικά οδήγησαν τον υπουργό με όλους τους άνδρες διπλωμάτες στον Αραφάτ, αλλά εμάς τις γυναίκες (μην το παρακάνουμε κιόλας!) μέσα στην αίθουσα του δικού τους «υπουργικού συμβουλίου». Παρά το ότι η άλλη κοπέλα ήταν διπλωμάτης και μάλιστα με βαθμό, δεν της επέτρεψαν την είσοδο στη συζήτηση, κάτι όμως που προφανώς το γνώριζε και δεν θορυβήθηκε ιδιαίτερα.
Η αίθουσα του υπουργικού τους συμβουλίου έμοιαζε πολύ με σχολική τάξη: Ήταν ένα πολύ μακρύ δωμάτιο, μέσα στο οποίο υπήρχε ένα μοναστηριακό τραπέζι, απλές ξύλινες καρέκλες από τη μία και από την άλλη του πλευρά και στην κορυφή (της τάξης) ήταν μία έδρα (ναι, μία σχολική έδρα) πάνω σ’ ένα ξύλινο βάθρο, με μία επίσης απλή ξύλινη καρέκλα πίσω της!
Εκείνο που φυσικά δέσποζε στο χώρο – όπως και παντού στο Ισραήλ – ήταν τα τεράστια μαρμάρινα βάζα, γεμάτα με κάθε λογής περίεργα και μοσχομυριστά λουλούδια. Θα ’λεγε κανείς ότι αυτό ήταν το σήμα κατατεθέν της χώρας, απ’ όποια πλευρά της – ισραηλινή ή παλαιστινιανή -κι αν την κοίταζες.
Καθίσαμε σε δύο από τις ξύλινες καρεκλίτσες κι όπως κοιτούσαμε την έδρα, είδα στο κάτω μέρος της κάτι που έμοιαζε με χνουδωτό ζώο. Όταν όμως πρόσεξα καλύτερα, κατάλαβα ότι επρόκειτο για κουβέρτες! Απλές, καθημερινές, μάλλινες κουβέρτες, που ήταν στοιβαγμένες ένα κουβάρι κάτω από την έδρα, πεταμένες όλες μαζί! Μου πήρε λιγάκι μέχρι να καταλάβω ότι τις είχαν εκεί για την προσευχή τους! Πόσο σουρεαλιστική ήταν η εικόνα, αν σκεφτεί κανείς το πού ακριβώς βρισκόμασταν!
Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να μας ειδοποιήσουν ότι οι συνομιλίες είχαν τελειώσει και ότι οι κύριοι μας περίμεναν για να φύγουμε. Εγώ κατάλαβα ότι μας περίμεναν οι «δικοί μας κύριοι» για να φύγουμε. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι στην έξοδο θα μας περίμενε ο ίδιος ο Αραφάτ για να μας αποχαιρετήσει! Αν και τον είχα δει άπειρες φορές στα δελτία ειδήσεων και γνώριζα πολύ καλά πως βρισκόμουν εκεί για να τον δω, το σοκ της συνάντησης μαζί του ήταν τεράστιο! Ήταν ήδη πολύ άρρωστος και το δέρμα του ήταν σχεδόν γκρίζο κι αν και ήταν πολύ πιο κοντός απ’ αυτό που νόμιζα όταν τον έβλεπα στις ειδήσεις, η μορφή του έδειχνε αυτό που ήταν η προσωπικότητά του: τεράστια! Αναιρούσε όλες τις περιγραφές για το πώς πρέπει να είναι μια σωστή ηγετική φυσιογνωμία, δεν είχε κανένα απ’ αυτά τα χαρακτηριστικά, αλλά η γαλήνη, η ηρεμία και η δύναμη που έβγαιναν από τα μάτια του νομίζω ότι θα μπορούσαν να υποτάξουν ολόκληρους λαούς. Η ενέργεια που σκόρπιζε γύρω του ήταν σαν μία ρουφήχτρα, από την οποία δεν μπορούσες να ξεφύγεις, ακόμα κι αν ήθελες. Ευγενικά, μας άπλωσε το χέρι του σε χειραψία κι ήταν το πιο μαγικό δευτερόλεπτο της ζωής μου. Πόσοι άνθρωποι έχουν την ευκαιρία στη ζωή τους να τους σφίξει το χέρι ο Αραφάτ; Πόσοι, ασήμαντοι σαν εμένα, άνθρωποι μπορούν να αισθανθούν ότι λαμβάνουν μέρος σε μία μικρή – τόση δα – σελίδα της ιστορίας; Πώς είναι δυνατόν αυτό το πράγμα να ξεχαστεί και να μην λογίζεται σαν προσωπική «προϋπηρεσία»;
Μπορεί να ήμουν μισοζαλισμένη από τη στιγμή, ωστόσο δεν μπορώ να ξεχάσω τους δύο ανθρώπους – στήλες/κολώνες – του Αραφάτ. Ήταν δύο άντρες τεράστιοι, εξαιρετικής ομορφιάς, που ήταν μαζί του νύχτα-μέρα, ήταν οι ίδιοι άντρες που ξαναείδα πολύ αργότερα, στα δελτία ειδήσεων, όταν ξέσπασαν τα επεισόδια, αιμόφυρτους, νεκρούς…για να μου θυμίσουν ότι τους είχα δίπλα μου, τους είχα μιλήσει, είχα ακούσει τη φωνή τους, ότι σ’ αυτό το μικρό ιστορικό κομμάτι ήμουν εκεί…

Η επιστροφή μας από τη Ραμάλα έγινε με το ίδιο τελετουργικό, όμως τώρα πια η διαδρομή δεν ήταν το πιο σημαντικό κομμάτι της επίσκεψης, αφού η παρουσία του Αραφάτ είχε επισκιάσει τα πάντα…
Πολύ καιρό αργότερα, όταν πια είχε τελειώσει – τόσο άδοξα και τραγικά – η δική μου παραμονή στο Υπουργείο Εξωτερικών, όταν είχε τελειώσει κι ένα κομμάτι από τη ζωή μου που δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ πια, όταν μετρούσα ηθικά κέρδη και ουσιαστικές χασούρες στη ζυγαριά των αποφάσεών μου, μου ζητήθηκε να συνεργαστώ με κάποιους ανθρώπους – λόγω της πρότερης εμπειρίας μου στη θέση αυτή. Αρνήθηκα να το κάνω, όχι γιατί ήταν λιγότερο τιμητικό, αλλά γιατί πια θα ήταν αυτό μόνο…Λιγότερο….Κι από το λιγότερο – συγχωρήστε με- προτιμώ το καθόλου….

Unknown

Αρθρογράφος - Μουσικός Παραγωγός

Τηλεόραση, μουσική, παραμύθια και κείμενα... Ο θαυμαστός κόσμος της δημιουργίας μου!

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου